Ομως, η κυβέρνηση Σάντος επιμένει να δηλώνει ότι αγνοεί την ύπαρξη πολιτικών κρατουμένων ή αιχμαλώτων πολέμου στη χώρα, καθώς επιμένει και να αρνείται σε ανθρωπιστικές οργανώσεις να επισκεφτούν τους κρατούμενους. Ετσι, οι πολιτικοί κρατούμενοι αποφάσισαν να αντιδράσουν και προχώρησαν σε διάφορες κινητοποιήσεις και σε πράξεις ανυπακοής. Συγκεκριμένα στις 20 του περασμένου Μάρτη γύρω στους 550 κρατούμενους προχώρησαν σε τριήμερη απεργία πείνας, ενώ στις 22 του ίδιου μήνα προστέθηκαν και άλλοι, διαμαρτυρόμενοι για τις άθλιες συνθήκες κράτησής τους. Σε Λα Πικότα, Λα Κομπίτα, Ελ Μπάρνε, Ερον Πικόρα, Πάλο Γκόρδο, Λα Τραμάκουα, Λα Ντοράδα, Κιμπδό και άλλα σωφρονιστικά ιδρύματα προχώρησαν κρατούμενοι σε απεργία πείνας, δείχνοντας έτσι τη δυνατότητα δράσης και συντονισμού, καθώς και το αγωνιστικό τους πνεύμα.
Οι κρατούμενοι απαιτούν μία διεθνή επιτροπή παρατηρητών για την κατάσταση των πολιτικών κρατουμένων στην Κολομβία. Η τρομερή κατάσταση των υπεράριθμων κρατουμένων που στοιβάζονται κάτω από ανθυγιεινές συνθήκες σε φυλακές κυριολεχτικά κοτέτσια είναι σχετικά γνωστή. Ομως αυτό που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό είναι τα συχνά βασανιστήρια και η ταπεινωτική μεταχείριση που δέχονται συστηματικά από τους υπαλλήλους του INPEC (Εθνικό Σωφρονιστικό Ινστιτούτο). Μόνο την άνοιξη του 2011 πέθαναν επτά κρατούμενοι λόγω κακομεταχείρισης και άρνησης παροχής βοήθειας, βέβαια ο ακριβής αριθμός των νεκρών κρατουμένων δεν είναι γνωστός.
Η κυβέρνηση αρνείται την ανάγκη μιας διεθνούς επιτροπής παρατηρητών, αφού μια τέτοια επιτροπή θα ξεσκέπαζε τις κτηνώδεις συνθήκες με τις οποίες το κράτος τιμωρεί εκείνους που το καταγγέλλουν. Αυτή η απαράδεκτη συμπεριφορά έγινε ακόμα πιο ξεκάθαρη με την απάντηση που έδωσαν οι σωφρονιστικές αρχές στο κίνημα διαμαρτυρίας των πολιτικών κρατουμένων. Εγιναν γνωστές πολλές περιπτώσεις ξυλοδαρμών, κακοποιήσεων και τιμωριών. Αυτή η απεργία πείνας παρά την έκτασή της αποσιωπήθηκε εντελώς από τα κολομβιάνικα και διεθνή ΜΜΕ, ενώ έγινε γνωστή χάρη στην καμπάνια «Να σπάσουμε τα τείχη» και χάρη στην Επιτροπή Αλληλεγγύης με τους Πολιτικούς Κρατούμενους (CSPP).
«Βρεθήκαμε στον άμεσο αγώνα, τώρα αγωνιζόμαστε και αντιστεκόμαστε από εδώ. Εχουμε το μυαλό μας στον κόσμο, στο λαό μας... Η φυλακή είναι μόνο μία στιγμή στον άπειρο χρόνο της ιστορίας του αγώνα μας.
Είναι δύσκολο να γνωρίζουμε τι εξέλιξη θα έχει η ένοπλη σύγκρουση στην πατρίδα μας. Εκείνο για το οποίο είμαστε σίγουροι οι πολιτικοί κρατούμενοι και οι αιχμάλωτοι πολέμου, είναι ο λόγος που μας ωθεί να αγωνιστούμε μέχρι το τέλος, δηλαδή μέχρι να πετύχουμε ώστε οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες κάνουν μία ολοκληρωμένη μεταστροφή προς όφελος της πλειοψηφίας.(...) Δεν θα έχουμε ειρήνη όσο δεν λύνουμε περιπτώσεις τόσο νευραλγικές όπως ο έλεγχος και η διανομή της γης, δεν θα έχουμε ειρήνη όσο δεν σταματήσει η ιμπεριαλιστική επέμβαση.
(...) Πέρα όμως από αυτά, εκείνο που θέλουμε να πούμε σε εσάς, εκπρόσωποι άλλων λαών και χωρών, είναι ότι ο πόλεμος που προωθείται ενάντια στο λαό μας, εδώ στις φυλακές γίνεται πιο βίαιος και πιο απάνθρωπος, βασανίζουν σωματικά και ψυχολογικά τον πολιτικό, αλλά και τον κοινό κρατούμενο. Υπάρχουν τρόποι να προκαλέσουν συναισθηματικές βλάβες στον άνθρωπο όπως να του αρνούνται το νερό, υγεία σε αυτά τα μέρη είναι να υπονομεύουν τη θέληση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, είναι ο εξευτελισμός. Ολα αυτά αποδεικνύουν ότι έχουμε ένα φασιστικό κράτος που διδάσκει και προωθεί τέτοιες μεθόδους και δεν κρύβει τέτοιες πρακτικές μέσα στις φυλακές. Το να εξαφανίζουν αποδείξεις, να διώκουν και να τιμωρούν αυτούς που τολμούν να καταγγείλουν κλπ., είναι κοινός τόπος εδώ.
Αυτή είναι η πραγματικότητα των κολομβιάνικων φυλακών, μία πραγματικότητα που δεν βγαίνει στο φως της δημοσιότητας, αφού δείχνουν μόνο τη μία πλευρά των κρατουμένων στον πόλεμο, την πλευρά των στρατιωτών και των αστυνομικών, ενώ οι άλλοι, οι αντάρτες, αυτοί που πέρασαν από στημένες δίκες, δεν υπάρχουν».