Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ και η οικογένεια του Μίκη Θεοδωράκη, που φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννησή του, διοργανώνουν μεγάλη συναυλία τιμής στο έργο του μεγάλου συνθέτη, την Τετάρτη 25 Ιούνη στις 8 μ.μ. στο Παναθηναϊκό Στάδιο (Καλλιμάρμαρο), με τίτλο «Κοντά σας όλη μου η ζωή».
Θα μιλήσει ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας, για το έργο, την προσφορά και τους αγώνες του Μίκη Θεοδωράκη.
Ερμηνεύουν (με αλφαβητική σειρά): Γεράσιμος Ανδρεάτος, Ρίτα Αντωνοπούλου, Γλυκερία, Παντελής Θαλασσινός, Αγγελος Θεοδωράκης, Βιολέτα Ικαρη, Βασίλης Λέκκας, Κώστας Μακεδόνας, Μανώλης Μητσιάς, Δημήτρης Μπάσης, Γιώτα Νέγκα, Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μίλτος Πασχαλίδης, Παναγιώτης Πετράκης, Αλκηστις Πρωτοψάλτη, Αγγελική Τουμπανάκη, Κώστας Τριανταφυλλίδης, Διονύσης Τσακνής, Τάνια Τσανακλίδου, Μαρία Φαραντούρη, «Κοινοί Θνητοί».
Η ηλεκτρονική προπώληση έχει ανοίξει από την ticketservices.gr, ενώ εισιτήρια θα διατίθενται και από τις Οργανώσεις Αττικής του ΚΚΕ και της ΚΝΕ.
Τα παραπάνω λόγια του Μίκη Θεοδωράκη συμπυκνώνουν, θα έλεγε κανείς, τον τρόπο που έζησε και δημιούργησε. Ο λαός που παλεύει, ο λαός που θριαμβεύει, ο λαός που υποφέρει και βασανίζεται, ο λαός που συνεχώς ελπίζει, είναι εκείνος που του προσφέρει έμπνευση, καθώς ήταν κι αυτός μέρος του. Η Τέχνη και ο Αγώνας έγιναν ένα στη ζωή του. Και γι' αυτό κατάφερε με το έργο του να αποτυπώσει σαν σεισμογράφος τις διακυμάνσεις της λαϊκής συνείδησης, όπως διαμορφώνονται από τα ιστορικά γεγονότα, τις κοινωνικές συνθήκες και τις πολιτικές εξελίξεις.
Το έργο του αντηχεί ακέριο όλη τη μεγάλη πορεία και τις περιπέτειες του λαϊκού κινήματος του 20ού αιώνα. Ηταν και αυτός μέλος της γενιάς που ανδρώθηκε στην Αντίσταση, που πάλεψε για να έρθουν καλύτερες μέρες στον τόπο μας και γι' αυτή του την απόφαση διώχτηκε, φυλακίστηκε, εξορίστηκε, συνέχισε να παλεύει και να δημιουργεί. Για αυτόν, όμως, αυτά ήταν και τα πιο δυνατά και όμορφα χρόνια του. «Αν δεν είχα βιώσει αυτά που βίωσα, δεν θα είχα γράψει αυτήν τη μουσική. Η μουσική για μένα ποτέ δεν υπήρξε αυτοσκοπός, είναι κάτι το βιωματικό...», έλεγε.
Μια παραδοχή που δεν δίστασε να εκφράσει στο τέλος της ζωής του. «Την ώρα των απολογισμών, σβήνουν απ' το μυαλό μου οι λεπτομέρειες και μένουν τα "Μεγάλα Μεγέθη". Ετσι, βλέπω ότι τα πιο κρίσιμα, τα δυνατά και τα ώριμα χρόνια μου τα πέρασα κάτω από τη σημαία του ΚΚΕ. Για τον λόγο αυτό, θέλω να αφήσω αυτόν τον κόσμο σαν κομμουνιστής», έγραφε το 2020 σε επιστολή που άφησε στον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα.
Αλλωστε, για τον Μίκη της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ, τον Μίκη της Ικαρίας, της Μακρονήσου, αλλά και των Λαμπράκηδων, τον Μίκη της αντιδικτατορικής πάλης και των αγώνων που ακολούθησαν, «η στράτευση και οι αγώνες κάτω από την Κόκκινη Σημαία αποτελούν την ιερότερη περίοδο της ζωής» του, όπως έλεγε σε επιστολή του τα τελευταία χρόνια, διαμαρτυρόμενος για την αντικομμουνιστική υστερία που έχει καταλάβει την Ευρώπη.
INTIME NEWS |
«Η μόνη μουσική τροφή μου ήταν τα τραγούδια που άκουγα γύρω μου και μέσα στο σπίτι από τους γονείς μου, που κι αυτοί είχαν ταπεινή καταγωγή, μια και γεννήθηκαν κι οι δυο τους σε μικρά χωριά, στη Μικρά Ασία η μάνα μου, στην Κρήτη ο πατέρας μου. Τις νότες τις είδα για πρώτη φορά αγοράζοντας τα βιβλία της πρώτης γυμνασίου».
Αρχές του '40 άκουσε την 9η του Μπετόβεν στον κινηματογράφο. «Ηταν πραγματικά ένας κεραυνός! Κεραυνός! Επεσα κεραυνόπληκτος, αρρώστησα!». Ο πατέρας του, αν και δεν ήθελε να γίνει ο γιος του μουσικός, κατάλαβε ότι δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Το 1943, ερχόμενος στην Αθήνα, περνά την πόρτα του Ωδείου Αθηνών. «Δεν υπάρχει, νομίζω, για έναν μουσικό, βαθύτερο, ηδονικότερο, δυνατότερο συναίσθημα από τη στιγμή που ανακαλύπτει τη μουσική».
Στα χρόνια της Κατοχής παλεύει οργανωμένα μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ. «Ολα άρχισαν και όλα κυριεύτηκαν τη μέρα που κατακτήσαμε την αξιοπρέπειά μας, την τιμή μας και την ανθρωπιά μας, αντιτάσσοντας στον νόμο της ζούγκλας των ναζί τη δύναμη των όπλων μας. Εκείνη τη στιγμή που πρωταγγίξαμε ο καθένας μας το όπλο του και ξεκινάγαμε σ' έναν αγώνα ζωής και θανάτου...». Παίρνει μέρος στις μάχες του Δεκέμβρη του '44 μέσα από τις γραμμές του 1ου Λόχου του 1ου Τάγματος του Εφεδρικού ΕΛΑΣ, που είχε τη βάση του στην Ανω Νέα Σμύρνη. Οι μέρες του Δεκέμβρη, αυτής της σκληρής ταξικής αναμέτρησης, τον σημαδεύουν τόσο, που θα ομολογήσει πολλά χρόνια αργότερα: «Εάν υπήρχε επιτύμβιο επίγραμμα - κατά το αισχύλειο - που θα επιθυμούσα να χαραχτεί στον τάφο μου, θα ήταν: Πολέμησε τον Δεκέμβρη».
Τον Ιούλη του 1947 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στην Ικαρία. Εκεί, θα ακούσει τον «Καπετάν Αντρέα Ζέππο» από μια ομάδα εξόριστων Πειραιωτών. «Και αυτό ήταν το δεύτερο σοκ της ζωής μου», μετά την 9η του Μπετόβεν. Νέοι δρόμοι στη μουσική ανοίγονται μπροστά του. Τον χειμώνα του 1949 εξορίζεται στη Μακρόνησο και βασανίζεται φρικτά. Εκεί είναι που, σύμφωνα με τον ίδιο, έσπασε το «εγώ» κι έγινε τελεσίδικα «εμείς». «Φαίνεται ότι ο περισσότερος κόσμος δεν έχει καταλάβει ότι οι φυλακές και οι εξορίες που κράτησαν χρόνια και χρόνια ήταν για μας σχολεία. Ως καλλιτέχνης ήταν επόμενο να σκύψω περισσότερο επάνω στα προβλήματα της Τέχνης. Τέχνη και κοινωνία, Τέχνη και Αριστερά, Τέχνη και Πάλη των Τάξεων ήταν το αντικείμενο των ερευνών μου», έλεγε αργότερα ο ίδιος.
Τις δεκαετίες 1940 - 1960, αφού σπούδασε στα Ωδεία Αθηνών και Παρισιού μουσική σύνθεση και διεύθυνση ορχήστρας, αφιερώθηκε αποκλειστικά στη συμφωνική μουσική. Τον απασχολούσε βαθιά τόσο ο ρόλος της Τέχνης του, όσο και η σχέση της Τέχνης με το κοινό, δηλαδή τον λαό. Δίνοντας λύση σε αυτά τα δύο ερωτήματά του, έφτασε σε μια ριζική αναθεώρηση των πιστεύω του.
«Η σωστή μελέτη της ζωής όλων των μεγάλων καλλιτεχνών και γενικότερα των πνευματικών ανθρώπων μάς δείχνει ότι το έργο τους είναι τόσο πιο μεγάλο όσο πιο μεγάλος υπήρξε ο δεσμός τους με το ιστορικό τους περιβάλλον και τα προβλήματα.
Ολοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες δημιούργησαν για την εποχή τους. Για μια συγκεκριμένη χώρα, λαό, κοινό. Και στην προσπάθειά τους να εκφράσουν τέλεια την εποχή τους, μπόρεσαν να δημιουργήσουν έργα αθάνατα που εκφράζουν όλες τις εποχές, όλους τους λαούς, όλη την ανθρωπότητα.
Επλασα σιγά σιγά μέσα μου το μεγάλο ιδανικό της ζωής μου: να δημιουργήσω μεγάλες ηχητικές τοιχογραφίες, όμως με υλικά απόλυτα ζωντανά, με αναγκαιότητα και αλήθεια,πλουτίζοντας τη μουσική μου γλώσσα με κάθε καινούρια τεχνική προσφορά - ακόμα προσπαθώντας, αν το μπορώ, να προωθήσω αυτήν την τεχνική. Ομως, το πιο σπουδαίο, ήθελα τη μεγάλη αυτή μουσική τοιχογραφία να τη νιώθει όλος ο λαός, να την αγαπά όλος ο λαός, να τη λογαριάζει ως κάτι εντελώς δικό του, που βγαίνει απ' αυτόν, που απευθύνεται σ' αυτόν».
Στο σημείο αυτών των συλλογισμών του, τον βρήκε ο «Επιτάφιος», που του έστειλε ο Γιάννης Ρίτσος. Τα επόμενα χρόνια συνεχίζει να γράφει λαϊκή μουσική και να κυκλοφορεί και άλλους κύκλους τραγουδιών, σπουδαία έργα, ήχους, μελωδίες, μιας ανεξάντλητης μουσικής προσφοράς.
Ο Μίκης είναι ο πρώτος που μελοποιεί μεγάλους ποιητές. Ρίτσος, Σεφέρης, Σικελιανός, Κάλβος, Νερούδα, Λόρκα, Λειβαδίτης, Αναγνωστάκης είναι μερικοί μόνο από τους ποιητές που μελοποίησε. Ο ίδιος γνώριζε πως οι μεγάλοι ποιητές ανήκουν στον λαό, μόνο που δεν διέθετε τα απαραίτητα «κλειδιά» για να μπορέσει να τους προσεγγίσει, να «ξεκλειδώσει» τα μυστικά τους. «Κάνοντας τραγούδι και βάζοντας στα χείλη του λαού τη μεγάλη ποίηση, είναι σαν να του πρόσφερα αυτό το σπάνιο κλειδί να ανοίξει τις μεγάλες πόρτες και να μπει στον μαγικό κόσμο της λόγιας τέχνης».
Το 1964 κυκλοφορεί το «Αξιον Εστί» σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη. Σύμφωνα με τον ίδιο, το «Αξιον Εστί» συνοψίζει σε μία μόνο κορύφωση όλες του τις σκέψεις, τις προθέσεις και τις απόπειρες όσον αφορά τη δημιουργία ενός νεοελληνικού λαϊκού μουσικού έργου.
Η Τέχνη του είναι μαχόμενη, στρατευμένη στα μεγάλα ιδανικά του αγώνα και της κοινωνικής απελευθέρωσης.
«Είναι οι αγώνες και η μουσική τόσο δεμένα πια μέσα μου, ώστε δεν μπορώ να φανταστώ ούτε αγώνες χωρίς τραγούδι ούτε τραγούδι χωρίς αγώνα. Φαίνεται πως το ταλέντο μου, σαν μια παράξενη μπαταρία, εκεί μέσα γεμίζει. Μέσα στη ζεστασιά της χειραψίας, μέσα στο αετίσιο βλέμμα του συναγωνιστή, μέσα στις ιαχές των συλλαλητηρίων και στη βοή της μάχης...».