ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Τετάρτη 28 Γενάρη 2009 - 2η έκδοση
Σελ. /40
Σχετικά με το σοσιαλισμό

Αγαπητοί σύντροφοι

Οι Θέσεις της ΚΕ για την πρώτη απόπειρα οικοδόμησης του σοσιαλισμού αποτελούν μια από τις πιο σημαντικές πολιτικά και ολοκληρωμένες επιστημονικά επεξεργασίες του Κόμματος κατά την τελευταία δεκαπενταετία. Συγκεκριμένα, χωρίς να εξαντλείται το θεμελιώδες ζήτημα των αντεπαναστατικών ανατροπών (κάτι τέτοιο είναι ακόμη αδύνατο), διατυπώνεται μια τεκμηριωμένη και βασισμένη στη μαρξιστική - λενινιστική θεωρία για τους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς, τη συγκρότηση του κράτους και την επαναστατική μετάβαση σε άλλες ανώτερες μορφές οργάνωσης της κοινωνίας άποψη, που μπορεί να εξοπλίσει ιδεολογικά τους κομμουνιστές και το ταξικό εργατικό κίνημα. Η σημαντικότερη πολιτική και ιδεολογική της συνεισφορά είναι η δυνατότητα που προσφέρει να κατανοηθούν: α) Οι νομοτέλειες της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας, β) Οι μορφές που προσλαμβάνει η ταξική πάλη και γενικότερα, οι κοινωνικές αντιθέσεις στον πρώιμο κομμουνισμό και γ) Η δυνατότητα πισωγυρίσματος και ανατροπής της επαναστατικής διαδικασίας ως πιθανής, αλλά όχι νομοτελειακής εξέλιξης της ταξικής πάλης που θα διεξάγεται στον πρώιμο κομμουνισμό.

Με βάση το συγκεκριμένο σκεπτικό είναι αναγκαίες κάποιες επισημάνσεις, στη βάση πάντοτε της αντίληψης που διαπερνά το κείμενο:

  • Κατ' αρχάς, πρέπει αταλάντευτα να προβάλλεται ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας της ΕΣΣΔ και να αποκρούονται οι αντιεπιστημονικές θεωρίες περί «εκφυλισμένου εργατικού κράτους», «κρατικού καπιταλισμού», «νέου εκμεταλλευτικού συστήματος», «μεταβατικής κοινωνίας» κ.ά., όχι βουλησιαρχικά (επειδή αυτό επιβεβαιώνει τις πολιτικές μας θέσεις), αλλά με βάση τη θεωρία μας. Επιβάλλεται η αποφυγή της ταύτισης των στρεβλώσεων στη σοσιαλιστική οικοδόμηση με μορφές εκμεταλλευτικών παραγωγικών σχέσεων και πολύ περισσότερο με τον καπιταλισμό, αφού: α) Υπάρχει κοινωνική ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής και κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας, β) Απουσιάζουν οι εκμεταλλεύτριες κοινωνικές τάξεις (η γραφειοκρατία δε συνιστά κοινωνική τάξη) και γ) Απουσιάζουν οι οικονομικές κρίσεις υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων και υπερπαραγωγής εμπορευμάτων, αφού η αναρχία της παραγωγής, που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό, έχει εξαλειφθεί.
  • Θα ήθελα ιδιαίτερα να αναφερθώ στη «σταλινολογία» που αναθερμαίνεται κυρίως από τον αστικό Τύπο, αλλά και από ορισμένους φίλους και συντρόφους μέσω του προσυνεδριακού διαλόγου (από τους τελευταίους, θέλω να πιστεύω, καλοπροαίρετα). Μακριά τόσο από εξιδανικεύσεις όσο και από δαιμονοποιήσεις, πιστεύω ότι είναι αναγκαία η υπεράσπιση της περιόδου οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ενωση επί Στάλιν στη διάρκεια της οποίας: α) Τέθηκαν οι βάσεις για την εδραίωση και εμβάθυνση των σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής (σοσιαλιστική εκβιομηχάνιση, κολεκτιβοποίηση αγροτικής οικονομίας) με την ενεργό συμμετοχή των μαζών (σταχανοφικό κίνημα, ουντάρνικοι κολχόζνικοι). β) Ενισχύθηκε η σοσιαλιστική δημοκρατία με την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, γ) Επιτεύχθηκε η αντιφασιστική νίκη και επικράτησε ο σοσιαλισμός σε μια σειρά χωρών της Ευρώπης και δ) Αναπτύχθηκε ως ένα βαθμό η πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού (θεωρητικές αναλύσεις του Στάλιν, παροχή υποστήριξης προς το μαρξιστικό - λενινιστικό ρεύμα των οικονομολόγων που υποστήριζαν τον περιορισμό της δράσης του νόμου της αξίας). Ταυτόχρονα, πρέπει να αναδειχτούν και να ερμηνευτούν και αρνητικές πλευρές, όπως η υποχώρηση από μαρξιστικές αρχές στο σύνταγμα του 1936, η διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς κ.ά. Εξάλλου, εφόσον η ηγεσία ασκούνταν συλλογικά και η θεωρία μας τονίζει το ρόλο των μαζών στην ιστορική εξέλιξη, οι όποιες επιτυχίες και οι όποιες στρεβλώσεις δεν αποτελούσαν έργο μόνο της ηγεσίας, αλλά του Κόμματος στο σύνολό του, χωρίς να παραγνωρίζονται οι αυξημένες ευθύνες της πρώτης σε ιδιαίτερες συγκυρίες.
  • Ενα θέμα που πρέπει να μελετηθεί σε βάθος, είναι οι μορφές που προσλαμβάνει η αντίθεση μεταξύ των παραγωγικών σχέσεων και των παραγωγικών δυνάμεων στο σοσιαλιστικό-κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής: α) Είναι γνωστό πως η οικοδόμηση των παραγωγικών σχέσεων του πρώιμου κομμουνισμού αναγκαστικά στηρίζεται στις περισσότερο ή λιγότερο ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις που κληροδοτεί ο καπιταλισμός. Ωστόσο, η πλήρης ανάπτυξη και η εδραίωση του νέου τρόπου παραγωγής προϋποθέτει τις δικές του παραγωγικές δυνάμεις, που θα είναι ασύγκριτα πιο εξελιγμένες από εκείνες του καπιταλισμού, δηλαδή την πλήρως εκμηχανισμένη και αυτοματοποιημένη παραγωγή που υπό την εργατική κρατική εξουσία θα επιτρέψει την εμβάθυνση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής (πλήρη επικράτηση της κοινωνικής ιδιοκτησίας, κατάργηση των αντιθέσεων μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, πόλης και υπαίθρου κ.ά., αμοιβή των παραγωγών ανάλογα με τις ανάγκες τους, σημαντικός περιορισμός του εργάσιμου χρόνου λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας), β) Πολύ σωστά επισημαίνεται στις Θέσεις η αναντιστοιχία ανάμεσα στην εκτεταμένη εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στη βιομηχανία παραγωγής μέσων παραγωγής, όπως η πολεμική βιομηχανία και η διαστημική αφ' ενός και στην καθυστερημένη εφαρμογή τους σε βιομηχανικούς κλάδους παραγωγής ειδών άμεσης κατανάλωσης αφ' ετέρου. Παρόλα αυτά, πρέπει να εξεταστεί περισσότερο ο ρόλος που επιτέλεσε η συγκεκριμένη καθυστέρηση στην ανατροπή του σοσιαλισμού, καθώς αφ' ενός, λειτουργούσε ανασταλτικά στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και άρα και των κομμουνιστικών παραγωγικών σχέσεων και αφ' ετέρου, καθιστούσε τη σοβιετική οικονομία ευάλωτη σε συνθήκες αναγκαστικής συνύπαρξης με ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, προκαλώντας ταυτόχρονα, και τη δυσαρέσκεια μέρους των μαζών λόγω προβλημάτων της τροφοδότησης της αγοράς με προϊόντα, της ενίοτε κακής ποιότητάς τους κ.ά.
  • Πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα ο ρόλος του εποικοδομήματος, κυρίως η οργάνωση του νέου τύπου κράτους και να αντληθούν διδάγματα σχετικά με το ρόλο που διαδραμάτισαν οι όποιες στρεβλώσεις στο συγκεκριμένο τομέα. Το προλεταριακό κράτος είναι κατά τα λεγόμενα των κλασικών «κράτος τύπου Κομμούνας», με ό,τι αυτό σημαίνει: α) Εργατικές επιτροπές τύπου Σοβιέτ που αποτελούν ταυτόχρονα φορείς τόσο νομοθετικής όσο και εκτελεστικής εξουσίας - που σε καμιά περίπτωση δεν ταυτίζεται με τον αστικό πολυκομματισμό - με κατοχυρωμένο παράλληλα, τον καθοδηγητικό ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Επιβάλλεται συνεπώς, η ιδιαίτερη μελέτη του ρόλου που επιτέλεσε στην ανατροπή του σοσιαλισμού το πολιτικό σύστημα σοσιαλιστικών χωρών, όπως η Ουγγαρία, στο οποίο, αν και με περιορισμούς, λειτουργούσε ο αστικός πολυκομματισμός. β) Δυνατότητα ανάκλησης των κρατικών λειτουργών ανά πάσα στιγμή και σταδιακό ξερίζωμα της γραφειοκρατίας, γ) Εργατικό έλεγχο στην παραγωγή και οργάνωση της προλεταριακής δημοκρατίας με πυρήνα την παραγωγική μονάδα (παραγωγικές κολεκτίβες), δ) Ενοπλο λαό. Οσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα πρέπει να τονιστεί η ανάγκη μόνιμης λειτουργίας εργατικής και λαϊκής πολιτοφυλακής με άρτια θεωρητική και πρακτική στρατιωτική εκπαίδευση, η οποία μαζί με τις μόνιμες στρατιωτικές δυνάμεις θα συναποτελεί βασικό μηχανισμό προάσπισης της εργατικής εξουσίας, ραχοκοκαλιά της άμυνας του σοσιαλιστικού κράτους.

Παρά τις όποιες - ελάχιστες πιστεύω - αδυναμίες θα μπορούσε κάποιος να εντοπίσει, οι Θέσεις της ΚΕ για το σοσιαλισμό μας υπενθυμίζουν:

  • Πως αν και η ανθρωπότητα διανύει ακόμη τη φάση επικράτησης της αντεπανάστασης, η οριστική νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης και η οικοδόμηση του ανεπτυγμένου κομμουνισμού δεν είναι απλώς όραμα, αλλά νομοτέλεια που η εργατική τάξη και η πρωτοπορία της καλείται να κάνει πραγματικότητα, ίσως πιο σύντομα από ό,τι περιμένουμε.
  • Πως εμείς, οι κομμουνιστές που θέλουμε να θεωρούμαστε - και είμαστε -πρωτοπορία του εργατικού κινήματος, πρέπει να πείθουμε τα ταξικά μας αδέλφια να στρατευτούν στην επαναστατική πάλη πρώτα απ' όλα με το προσωπικό μας παράδειγμα, με τη συνέπεια λόγων και έργων, δηλαδή με την ενεργό συμμετοχή μας σε κάθε φάση του ταξικού αγώνα. Και αυτό, όχι γιατί είμαστε «γεννημένοι ήρωες», αλλά επειδή η ίδια η καπιταλιστική βαρβαρότητα μας ωθεί στην υιοθέτηση μιας τέτοιας στάσης ζωής, αν θέλουμε να κρατήσουμε ζωντανό, ισχυρό και επίφοβο για τους εκμεταλλευτές το Κόμμα.

Συντροφικά


Γιώργος Δουλόπουλος
ΚΟΒ Εκπαιδευτικών, Ηράκλειο Κρήτης

Συνολικά για το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε ... και γνωρίζουμε

Είναι κάπως δύσκολο να κρίνεις ιδεολογικά κείμενα ιδίως όταν δεν έχεις και σαφή εικόνα του επιπέδου γνώσεων που βρίσκεσαι, πάντως καλό είναι να φροντίζουμε να ανεβάζουμε συνεχώς τον πήχη της μαρξιστικής μας μόρφωσης, γιατί οι κομμουνιστές δε λειτουργούν με την πίστη σαν τους χριστιανούς, αλλά με τη γνώση, την ολόπλευρη και διεξοδική σκέψη, τέλος πάντως, ελπίζω κάτι να συνεισφέρω κι εγώ σ' αυτόν τον προβληματισμό. Το Κόμμα πολύ καλά έκανε και άνοιξε αυτή τη συζήτηση στο λαό, που τον καίει και που η δουλειά του Κόμματος επηρεάζεται καθοριστικά απ' αυτόν τον παράγοντα μια και σ' αυτόν κατά τη γνώμη μου έγκειται το σοβαρότερο πρόβλημά μας, ότι δεν έχουμε καταφέρει ακόμα να αγκαλιάσουμε τις μάζες των εργαζομένων εξαιτίας της απογοήτευσής τους.

Στο κείμενο πολύ σωστά αναφέρονται οι βασικές αιτίες του πισωγυρίσματος στην ΕΣΣΔ αλλά είναι κάπως γενικόλογο και περιορίζεται μόνο σε διαπιστώσεις. Δεν αναλύονται βασικές θέσεις όπως τα λάθη από ιδεολογική ανεπάρκεια. Π.χ. γιατί επανήλθαν οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις και πότε (ιστορικότητα). Χρειάζεται δηλαδή και ερμηνεία αυτών των λαθών, π.χ. τι σκόπευαν να κάνουν με την επαναφορά του κέρδους, ποιο πρόβλημα ή ποια νόμιζαν ότι θα έλυναν μ' αυτό και γιατί. Ποια ήταν αυτά, πώς προέκυψαν και πότε. Βήμα - βήμα δηλαδή μελέτη της κάθε περιόδου των οικονομικών αλλαγών - μεταρρυθμίσεων και πώς οδηγήθηκαν ως φυσικό επακόλουθο στην περεστρόικα. Ποιοι βασικά νόμοι και λειτουργίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης αντικαταστάθηκαν και γιατί, π.χ. για τη ΝΕΠ ξέρουμε τις αιτίες χρησιμοποίησής της, τους στόχους, το σκεπτικό και το αποτέλεσμα, μια τέτοια ερμηνεία απαιτείται και για τα μετέπειτα μέτρα - μεταρρυθμίσεις. Πρέπει δηλαδή να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, π.χ. δεν ήταν ευχαριστημένοι με τα σοσιαλιστικά 5χρονα επί Στάλιν κι έτσι νόμιζαν ότι θα αυξήσουν την παραγωγή; Και γιατί τα οφέλη δεν αντανακλόνταν στο λαό μετά το '60;

Υστερα, πρέπει να διερευνηθεί και η σχέση της σοβιετικής οικονομίας με τις άλλες των σοσιαλιστικών χωρών ως αποτέλεσμα να γκρεμιστούν σχεδόν όλες εν μια νυκτί μετά την κατάρρευση της πρώτης, π.χ. η Κούβα γιατί άντεξε; Ή πού οφείλεται το γεγονός στελέχη του πρώην σοβιετικού καθεστώτος να πρωτοστατούν στην καπιταλιστική παλινόρθωση; Ολα αυτά είναι βασικότατα για τον κόσμο που θέλει να ξέρει όλη την αλήθεια γι' αυτή την υπόθεση και που εξαιτίας της έχασε την ελπίδα και την επαναστατική του ορμή, χώρια που βρίσκει και πρόσφορο έδαφος η αστική ιδεολογία να κάνει τις δικές της «ερμηνείες», δηλαδή να ρίχνει λάσπη. Γιατί αν δεν τα εξηγήσουμε και επιστημονικά, δεν μπορεί να πειστεί κανένας ότι αυτά δεν ήταν νομοτελειακά και ποιος θα εγγυηθεί ότι δε θα ξαναγίνουν έτσι, μιας και υπάρχει το ολοζώντανο παράδειγμα της Κίνας.

Πρέπει δηλαδή το κόμμα να κάνει πιο αδρή τη διαχωριστική γραμμή του σοσιαλισμού, όπως τον εννοούμε εμείς, να αποδείξει ότι ο δρόμος για το σοσιαλισμό είναι ένας για να μη νομίζεται ότι γίνεται κι έτσι και αλλιώς, και κυρίως να εμφυσήσει ξανά στην εργατική τάξη την αισιοδοξία ότι αυτό γίνεται και δεν είναι ουτοπία και τελειωμένη υπόθεση όπως φαίνεται στα μάτια των περισσότερων.

Οτι δεν είναι όλοι λαμόγια και κερδοσκόποι ή ότι η φύση του ανθρώπου είναι αχόρταγη κ.τ.λ., ότι υπήρξαν και θα υπάρχουν άνθρωποι που έδωσαν και θα δίνουν το αίμα τους για την υπόθεση της εργατικής τάξης και της κοινωνικής προόδου που σήμερα λέγεται σοσιαλισμός - κομμουνισμός. Κι αυτή η μελέτη, όχι τόσο για να αποδοθούν κατηγορίες κι αναθέματα, όσο για να διδαχθούμε, και αποκτήσουμε την απαραίτητη πείρα για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Θεωρώ ότι χωρίς αυτή τη διεξοδική μελέτη για την όσο δυνατόν πιστότερη εικόνα των γεγονότων του παρελθόντος δεν μπορούμε να θωρακιστούμε, γιατί όπως έλεγε κι ο Λένιν, σε περιόδους αντεπανάστασης δυναμώνουμε τη θεωρία μας, κι εγώ προσθέτω ότι σήμερα έχουμε τη δυνατότητα να μελετήσουμε την πείρα μας που τότε δεν είχαν. Εννοείται πως όλα αυτά θα προωθηθούν στο λαό, να ενσωματωθούν στη δουλειά του κόμματος, των στελεχών του και με συζητήσεις, εκδηλώσεις στην εργατική τάξη. Αν καμιά φορά αναγκαζόμαστε να παραδεχτούμε ότι είμαστε μπλοκαρισμένοι από την κατάσταση και την αντεπανάσταση, δεν το διαπιστώνουμε για να επαναπαυόμαστε και να μοιρολατρούμε αλλά το αντίθετο, για να συνειδητοποιήσουμε το βάρος που σηκώνουμε και την ανάλογη προσπάθεια που χρειάζεται για να οδηγήσουμε την εργατική τάξη της χώρας μας στη σοσιαλιστική επανάσταση.


Αρέτας Φώτης
Κερατέα (Βρωμοπούσι)

Ο σοσιαλισμός που θα γνωρίσουμε

Ξανά το φάντασμα που κομμουνισμού πλανιέται πάνω από την Ευρώπη. Για μια ακόμη φορά αντιδραστικά ιεροεξεταστήρια, κοινοβούλια της αστικής τάξης και ποικίλοι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί, από κοινού με τις κατασταλτικές υπηρεσίες της άρχουσας τάξης, έχουν αφοσιωθεί στον εξορκισμό του.

Η άρχουσα τάξη παίρνει όλα εκείνα τα πολιτικά, ιδεολογικά, οργανωτικά, στρατιωτικά, αστυνομικά κλπ. μέτρα που θεωρεί απαραίτητα για τη διαιώνιση της κυριαρχίας της, για την αποτροπή της ανατροπής της. Θα έχουν ιστορικό όμως αποτέλεσμα οι προετοιμασίες της, θα της εξασφαλίσουν τη νίκη οι διατεταγμένες δυνάμεις της; Οχι.

Συναγωνιστές, η ιστορία της ανθρωπότητας από την εποχή ακόμη της Κομμούνας του Παρισιού και περισσότερο συγκεκριμένα από την προετοιμασία και την εκδήλωση της Οχτωβριανής Επανάστασης έχει εισέλθει πλέον οριστικά - κι αυτό είναι αντικειμενικό - στην εποχή της επαναστατικής αμφισβήτησης του καπιταλιστικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, στην εποχή της ανατροπής του συστήματος της μισθωτής εργασίας.

Οι όροι για την αντικειμενική αυτή δυνατότητα έχουν ήδη διαμορφωθεί στα πλαίσια του σημερινού εκμεταλλευτικού συστήματος και αναφέρομαι βέβαια στην αλματική ανάπτυξη των ικανοτήτων του ανθρώπου να παράγει φθηνά και ποιοτικά, στις νέες τεχνολογίες που προσφέρουν ασύλληπτες ικανότητες ποσοτικής και ποιοτικής ανάπτυξης και αύξησης του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου, αλλά επίσης προσφέρουν σήμερα για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία τη δυνατότητα του άμεσου ελέγχου τόσο του πεδίου παραγωγής, διανομής και διαχείρισης, όσο και όλων των πτυχών που σχετίζονται με το διοικητικό έλεγχο της κοινωνίας.

Θα μπορούσε να ειπωθεί επιγραμματικά, με βάση και τα προηγούμενα, ότι οι νέες τεχνολογίες σήμερα έχουν ισχυρή ιστορική παραλληλία με τον ατμό της εποχής της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης. Πραγματικά, η εμφάνιση των ατμοκίνητων εργαλείων παραγωγής με την τότε ριζοσπαστική τους σημασία διευκόλυνε καταλυτικά την ανατροπή της φεουδαρχίας.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, από την άποψη των αντικειμενικών προϋποθέσεων σε πλήρη ετοιμότητα ως ανθρωπότητα, ως εκείνο το τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού που από τη θέση του οφείλει και καλείται να ανατρέψει το βάρβαρο και αναχρονιστικό σύστημα της μισθωτής εργασίας.

Στην ιστορική αυτή ανάγκη το παγκόσμιο αντικαπιταλιστικό κίνημα οφείλει να απαντήσει παρεμβαίνοντας οργανωμένα και με σχέδιο στις συνειδήσεις εκείνων που από τη θέση τους στη διαδικασία της παραγωγής οφείλουν και μπορούν να πραγματοποιήσουν τη νέα κοινωνία.

Τι θα μπορούσε όμως σήμερα να ειπωθεί για τη νέα, τη σοσιαλιστική κοινωνία, κάτω από την πείρα που έχει σήμερα συσσωρευτεί; Ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά της; Πώς θα οργανωθεί η παραγωγή, αλλά και το αντίστοιχο εποικοδόμημα;

Απαντήσεις σ' όλα αυτά έχουν δώσει τόσο οι κλασικοί, όσο και η εμπειρία της πρώτης χρονικά υπολογίσιμης προσπάθειας να δημιουργήσει κοινωνία χωρίς εκμεταλλευτές στο χώρο της πρώην Σοβιετικής Ενωσης.

Οι κλασικοί, τόσο ο Μαρξ, όσο και οι Λένιν - Ενγκελς, βγάζοντας συμπεράσματα από την Παρισινή Κομμούνα, αλλά και την πείρα της εποχής τους, συμπέραναν ότι

α) Το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική του κυριαρχία για να αποσπάσει βαθμιαία από την αστική τάξη όλο το κεφάλαιο, για να συγκεντρώσει όλα τα εργαλεία παραγωγής στα χέρια του κράτους, δηλαδή του οργανωμένου σαν κυρίαρχη τάξη προλεταριάτου και για να αυξήσει όσο μπορεί πιο γρήγορα τη μάζα των παραγωγικών δυνάμεων1.

β) Στο προλεταριάτο χρειάζεται το κράτος - αυτό το επαναλαμβάνουν όλοι οι οπορτουνιστές, οι σοσιαλσοβινιστές και οι καουτσκιστές, βεβαιώνοντας πως τέτοια είναι η διδασκαλία του Μαρξ, «λησμονώντας» να προσθέσουν ότι, πρώτο, κατά τον Μαρξ, στο προλεταριάτο «χρειάζεται μόνο ένα κράτος που να αρχίσει αμέσως να απονεκρώνεται» και που να μην μπορεί παρά να απονεκρώνεται. Και δεύτερο οι εργαζόμενοι χρειάζονται το «κράτος» δηλαδή το οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη προλεταριάτο.

γ) Το κράτος αυτό που απονεκρώνεται, διαβάζουμε επίσης στο «Κράτος και επανάσταση» του Λένιν, θα είναι όργανο της δικτατορίας επί της μικρής μειοψηφίας των πρώην εκμεταλλευτών από την τεράστια πλειοψηφία του λαού, δημοκρατικό με νέο τρόπο (για τους προλετάριους και τους φτωχούς γενικά) και με νέο τρόπο δικτατορικό (ενάντια στην αστική τάξη) σε μια περίοδο όπου η ταξική πάλη θα έχει πρωτάκουστη οξύτητα στις μορφές της, μέχρι την οριστική εκμηδένιση της αστικής τάξης. Η περίοδος αυτή θα είναι περίοδος τσακίσματος της παλιάς κρατικής μηχανής, της υπαλληλοκρατίας, της γραφειοκρατίας, που καταπνίγουν τα πάντα. Θα είναι περίοδος δημιουργίας των νέων θεσμών και μορφών κρατικής εξουσίας. Θεσμοί και μορφές που δε θα είναι πια κρατικές με την πλήρη έννοια.

Η σοσιαλιστική επανάσταση είναι υποχρεωμένη να διατηρήσει για ένα μεταβατικό χρονικό διάστημα ένα «μισοκράτος» για να διασφαλίσει την ύπαρξή της, να προστατέψει τα πρώτα βήματα της νέας κοινωνίας από τους πρώην εκμεταλλευτές και τους διεθνείς συμμάχους τους, ένα μισοκράτος με ελάχιστη σχέση με το σημερινό γραφειοκρατικό κράτος-τέρας της μειοψηφίας, ένα μισοκράτος στο οποίο η κυρίαρχη τάξη, το προλεταριάτο και οι σύμμαχοί του θα κυριαρχούν άμεσα χωρίς διοικητικούς διαμεσολαβητές και όπου η επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης (το πολιτικό της κόμμα) θα επιδιώκει να διατηρεί μόνιμα την ιδεολογική ηγεμονία.

Μια νέα κοινωνία, όπου τα μέσα παραγωγής θα διευθύνονται σε κάθε επίπεδο άμεσα από τους εκπροσώπους της παραγωγικής μονάδας (σε όλα τα επίπεδα), αιρετούς και ανακλητούς ανά πάσα στιγμή, οι οποίοι θα πλαισιώνονται για μια ιστορική περίοδο από επιστήμονες.

Αυτή μπορεί να είναι, χωρίς φυσικά συνταγές για τις κουζίνες του μέλλοντος, η μορφή της επαναστατικής δημοκρατίας των εργαζομένων παραγωγών χωρίς επαγγελματίες κρατικούς λειτουργούς, χωρίς ξεχωριστό στρώμα διοίκησης πάνω από την κοινωνία.

Τελειώνοντας, συναγωνιστές, θα αναφερθώ περιορισμένα στη διαμάχη που έχει προκύψει κι από τις στήλες του κομματικού εντύπου του «Ρ» ανάμεσα σε όσους αποτιμούν θετικά και όσους αντίθετα «αρνητικά» την ιστορική προσωπικότητα του Ιωσήφ Τζουγκασβίλι.

Πιστεύω πως η αντιπαράθεση αυτή ιδιαίτερα με τον τρόπο που μέχρι στιγμής αυτή διεξάγεται, κύρια από την πλευρά των υποστηρικτών (δυστυχώς με ύβρεις, ειρωνείες και αστήρικτους πολιτικά χαρακτηρισμούς περί οπορτουνισμού), είναι μάννα εξ ουρανού για τον ιδεολογικο-πολιτικό ταξικό μας αντίπαλο.

Το κίνημα χρειάζεται οργάνωση, περιφρούρηση, ανάπτυξη, με τη συσπείρωση νέων δυνάμεων, με την ενότητα όλων των δυνάμεων που επιδιώκουν την ανατροπή του καπιταλισμού.

Με μέτωπο σταθερό ενάντια στην αστική ιδεολογία και τα κόμματά της, ενάντια επίσης στην αριστερά του συστήματος (ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ κλπ.).

Με ανάπτυξη της γνώσης της κοσμοθεωρίας που θα προκύψει από τη μελέτη των κλασικών και την κριτική ματιά στα έργα διανοητών όπως του Αντ. Γκράμσι.

Μας χρειάζεται, τέλος, για να κλείσω, ανάπτυξη της οργανωτικής μορφής του μετώπου με επιτροπές ανά περιοχή - γειτονιά - εργασιακό χώρο με πιο χαλαρή οργανωτική μορφή αρχικά σε σχέση με τις ΚΟΒ του ΚΚΕ και τις ΟΒ της ΚΝΕ.

Είμαι πεπεισμένος για τη δυνατότητα της νέας εφόδου στον ουρανό.

Η επανάσταση θα νικήσει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» ΜΑΡΞ - ΕΝΓΚΕΛΣ.


Μερτζανάκης Γιώργος
Ν. Ιωνία - Αθήνα

Για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη σταλινική περίοδο και της πολιτικής της Γ΄ Διεθνούς

Σύντροφοι,

Η προσωπική μου εκτίμηση από την ανάγνωση του κειμένου για το σοσιαλισμό, είναι ότι κινείται σε μια σωστή ιδεολογική κατεύθυνση επισημαίνοντας εκείνα τα βασικά πολιτικά και οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η σοσιαλιστική οικοδόμηση.

1) Κατά τη γνώμη μου το πλέον θετικό στοιχείο του κειμένου αποτελεί η ξεκάθαρη καταδίκη των πολιτικών και ιδεολογικών αποφάσεων του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ (1956) που σηματοδότησαν την επικράτηση δεξιών οπορτουνιστικών αντιλήψεων στην κομματική καθοδήγηση ενώ οι θεωρίες που αυτό το συνέδριο πρόκρινε, όπως οι απόψεις περί «παλλαϊκού κράτους» και «ειρηνικής συνύπαρξης σοσιαλισμού και ιμπεριαλιστικού συστήματος», αδυνάτισαν την κομματική και πολιτική επαγρύπνηση του κόμματος, άνοιξαν το δρόμο για τη νόθευση της σύστασής του από μικροαστικά στοιχεία ή άτομα αστικής καταγωγής και αντισοσιαλιστικής νοοτροπίας και υπονόμευσαν τη σταθερότητα του προλεταριακού χαρακτήρα των οργάνων και των θεσμών της σοβιετικής πολιτικής εξουσίας, καθώς επίσημα διακηρύχτηκε πως δεν υπήρχαν πια στο εσωτερικό της σοβιετικής κοινωνίας οι συνθήκες δημιουργίας ταξικών αντιθέσεων. Το 20ό Συνέδριο συνιστούσε σε επίπεδο πολιτικού εποικοδομήματος ένα σταμάτημα της εμβάθυνσης του κομμουνιστικού χαρακτήρα του σοσιαλιστικού συστήματος. Από εκεί και πέρα άρχισε σταδιακά το ξεθεμελίωμα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής και στο επίπεδο της οικονομικής βάσης της σοβιετικής κοινωνίας. Επιπλέον, το πνεύμα του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ συνέβαλε καθοριστικά στην ενίσχυση δεξιών οπορτουνιστικών αντιλήψεων μέσα στο εσωτερικό πολλών άλλων κομμουνιστικών κομμάτων, όσον αφορούσε την πολιτική στρατηγική τους, το πώς αντιλαμβάνονταν τον αντικαπιταλιστικό αγώνα και την τακτική των πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών τους. Πρόκειται για το ρεύμα του «ευρωκομμουνισμού» με την αποθέωση του «ειρηνικού δρόμου προς το σοσιαλισμό» χωρίς το επαναστατικό τσάκισμα του αστικού κράτους, όπως δίδαξε ο Λένιν, και τον εγκλωβισμό της τακτικής πολλών κομμάτων αποκλειστικά στις εκλογικές διαδικασίες και τον κοινοβουλευτικό αγώνα.

2) Κατά την άποψή μου χρειάζεται μια μεγαλύτερη εμβάθυνση της ανάλυσης για το ρόλο του 20ούΣυνεδρίου στις σελίδες 26-27, καθώς δεν εξηγείται με σαφήνεια ποιες ακριβώς ήταν οι πολιτικές και κοινωνικές αιτίες που επέτρεψαν αυτή την αναθεωρητική στροφή. Το 20ό Συνέδριο υπήρξε ο «Θερμιδώρ» της ρωσικής σοσιαλιστικής επανάστασης, συνιστούσε μια καταρχήν πολιτική νίκη των αντεπαναστατικών κοινωνικών δυνάμεων που υπήρχαν στη Σοβιετική Ενωση στο νευραλγικότερο τομέα του σοσιαλιστικού εποικοδομήματος, αυτόν της κεντρικής κομματικής καθοδήγησης.

Εκκινώντας από την αναγνώριση ότι στη δεκαετία του 1930 κυρίως με την κολεκτιβοποίηση έχουμε μια ποσοτική επέκταση του σοσιαλιστικού τομέα οργάνωσης της παραγωγής ούτως ώστε για πρώτη φορά στη σοβιετική ιστορία η κοινωνικοποιημένη παραγωγή να καταστεί κυρίαρχη στο επίπεδο των υλικών, παραγωγικών δυνάμεων έναντι της ατομικής ή ομαδικής μικρομεσαίας εμπορευματοπαραγωγής, τότε η προέλευση αυτού του μικροαστικού κοινωνικού στρώματος που στήριξε αυτή τη στροφή, πρέπει να αναζητηθεί στο παρελθόν στην περίοδο της ΝΕΠ.

Στη χρονική περίοδο που ακολούθησε (χρόνια Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και στα πρώτα χρόνια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης) αυτή η ομάδα μικροαστικής καταγωγής και συνείδησης εκμεταλλευόμενη τις δυσκολίες και τις περιστάσεις του πολέμου αναρριχήθηκε σε κομματικά και πολιτικά αξιώματα, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι ο πόλεμος κόστισε εκατοντάδες χιλιάδες απώλειες σε μέλη του ΚΚΣΕ, και έτσι αν και ποσοτικά ολιγάριθμη απέκτησε πολιτική βαρύτητα.

3) Το μοναδικό σημείο του κειμένου με το οποίο έχω ενστάσεις αφορά την αξιολόγηση του ρόλου της Κομμουνιστικής Διεθνούς στο μεσοπόλεμο και ιδίως στη δεκαετία του 1930, όταν η Κομιντέρν προώθησε τη δημιουργία των Λαϊκών Αντιφασιστικών Μετώπων (σελίδα 31- παράγραφος 27), όπου ουσιαστικά θεωρείται η διάλυση της Διεθνούς ως κομβική αιτία του μεταγενέστερου λανθασμένου ιδεολογικού προσανατολισμού των ΚΚ και όπου προβάλλεται η άποψη ότι η συνεργασία τους με τις σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις μετά το 7ο Συνέδριο του 1935 αλλοίωσε τον ορθό τους προσανατολισμό αναφορικά με το ζήτημα της επανάστασης και της κατάληψης της εξουσίας.

Πρώτη παρατήρηση: Υπάρχει, ήδη, πολύ καλά θεμελιωμένη, η αιτιολόγηση της απόφασης για αυτοδιάλυση της Κομιντέρν. Οσο και αν δε μας αρέσει, όσο και αν τούτο αντικειμενικά δυσκόλευε τη συνεργασία και την εκπλήρωση του επαναστατικού καθήκοντος των ΚΚ, η αυτοδιάλυση της Διεθνούς ήταν μια πράξη ιστορικά επιβεβλημένη από τις συνθήκες που επέβαλε ο παγκόσμιος πόλεμος. Σωστά η ΕΕ της Διεθνούς έκρινε πως η ναζιστική κατοχή, η απομόνωση και η αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας των ΚΚ λόγω της εχθρικής κατοχής, η ανάγκη προώθησης του αντιφασιστικού αγώνα στις καθορισμένες συνθήκες της κάθε χώρας αποτελούσαν παράγοντες που καθιστούσαν αναγκαία την προσωρινή αυτοδιάλυσή της ως ενιαίου καθοδηγητικού κέντρου.

Δεύτερη παρατήρηση: Οι θέσεις μοιάζουν στα παραπάνω σημεία να διολισθαίνουν σε μια αντιδιαλεκτική και μη υλιστική εξήγηση των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων, καθώς προτάσσουν ως καθοριστική για τις μετέπειτα ιδεολογικές παρεκκλίσεις κομμάτων της Διεθνούς την επίδραση που ασκούσε ο Μπουχάριν σε όλο το διάστημα της προεδρικής του θητείας στην καθοδήγηση της Κομιντέρν. Μια τέτοια ερμηνευτική αντίληψη, που υπερβάλλει το ρόλο της προσωπικότητας στον καθορισμό της ιστορικής εξέλιξης, δεν ταιριάζει με τη μαρξιστική-υλιστική αντίληψη για το ιστορικό γίγνεσθαι. Ο Μπουχάριν και οι οπαδοί του φαντάζουν εδώ σαν παντοδύναμοι αρχηγοί που ελέγχουν απόλυτα τη Διεθνή και επιβάλλουν τη γραμμή τους στα υπόλοιπα ΚΚ. Και εδώ προκύπτει, σύντροφοι, ένα ερώτημα: Μόνος του στη δεκαετία του 1920 ο Μπουχάριν καθόριζε τη γραμμή της Διεθνούς;

Για τα λάθη των ΚΚ πριν και κυρίως μετά το 1940 η ευθύνη δεν πρέπει να αναζητηθεί τόσο στη Διεθνή, όπως διαφαίνεται στο κείμενο, αλλά σε δικές τους υποκειμενικές ιδεολογικές αδυναμίες εξαιτίας συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών.

Τρίτη παρατήρηση: Νομίζω πως εδώ υπάρχει ασάφεια που μπορεί να παρερμηνευτεί, υποβάλλοντας σε ορισμένους την ιδέα ότι το κείμενο προσάπτει την κατηγορία στην ηγεσία της Διεθνούς κατά τη δεκαετία του '30 πως συμβιβάστηκε με τη σοσιαλδημοκρατία (π.χ., διάλυση Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς και συγχώνευση νεολαιών και μαζικών εργατικών ενώσεων κομμουνιστών και σοσιαλιστών σε Ισπανία και αλλού), και αυτή η πολιτική επιλογή λίγες γραμμές παρακάτω μοιάζει να προβάλλεται ως βασική αιτία που τα ΚΚ δεν κατάφεραν να μετατρέψουν τον αντιφασιστικό αγώνα και την πάλη κατά της ναζιστικής κατοχής σε αγώνα για την επιτυχή κατάληψη της εξουσίας. Δυστυχώς, όσο και αν μας δυσαρεστεί το γεγονός, το επαναστατικό εργατικό κίνημα της περιόδου, παρά τις επιτυχίες του, βρισκόταν σε όλη την Ευρώπη του μεσοπολέμου σε θέση άμυνας, ηττημένο στα 1919-20 στη Δύση και έχοντας να αντιμετωπίσει μετά το 1929, όταν μπήκαν οι βάσεις μιας νέας επαναστατικής κρίσης, τη λαίλαπα του φασισμού-ναζισμού ως μαζικού πολιτικού κινήματος προληπτικής αντεπανάστασης της αστικής τάξης. Και δυστυχώς ο φασισμός τσάκισε την πρωτοπορία του κομμουνιστικού κινήματος στη Δύση, το γερμανικό ΚΚ. Ας υπενθυμίσουμε και τα εξής: Το σταμάτημα της δράσης της Συνδικαλιστικής Διεθνούς δεν ήταν μια υποκειμενική λάθος απόφαση της Διεθνούς στα 1937, αλλά συνιστούσε αντικειμενικό γεγονός, ανεξάρτητα από τη θέλησή της, επειδή απλούστατα τα τμήματά της είχαν στις περισσότερες χώρες τεθεί εκτός νόμου και είχαν πληγεί ανεπανόρθωτα από το φασισμό και τις στρατιωτικές δικτατορίες.

Και κάτι τελευταίο: Λόγω των παραπάνω ασαφών προτάσεων είναι πιθανός ο κίνδυνος κάποιος να προκρίνει την άποψη πως τα Λαϊκά Μέτωπα συνιστούσαν μια μάλλον επιζήμια για το εργατικό κίνημα τακτική, επειδή νοθεύτηκε ο επαναστατικός χαρακτήρας των ΚΚ από ρεφορμιστικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Τότε πρακτικά και αντικειμενικά δικαιώνεται, ως μοναδική εναλλακτική τακτική της Διεθνούς σε εκείνη τη συγκυρία, το πρόγραμμα της τροτσκιστικής και της λεγόμενης «αριστερής αντιπολίτευσης» περί «Ενιαίου Εργατικού Μετώπου» και «άμεσης σοσιαλιστικής επανάστασης σε όλες τις χώρες με άρνηση υπεράσπισης της πατρίδας έναντι της επικείμενης ναζιστικής επίθεσης». Ομως, η τροτσκιστική γραμμή απεδείχθη ιστορικά λανθασμένη και επί της ουσίας εξελίχθηκε σε μια ανοιχτά αντεπαναστατική-αντικομμουνιστική κίνηση, όπως έδειξε η εμπειρία του πολέμου.


Φίλιππος Αθανασόπουλος
ΚΟΒ Εκπαιδευτικών Αθήνας



Ευρωεκλογές Ιούνη 2024
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ