Επετειακή προβολή της αντιπολεμικής ταινίας του Κλίμοφ, προς τιμή της Μεγάλης Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών (9/5/1945) στο θερινό κινηματογράφο «Ζέφυρος»
Στις 9 του Μάη, στις 9 μ.μ., στο θερινό κινηματογράφο «Ζέφυρος» θα γίνει επετειακή προβολή προς τιμήν της Μεγάλης Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών (9/5/1945) της αριστουργηματικής αντιπολεμικής ταινίας του Ελεμ Κλίμοφ «Ελα να δεις» (Σοβιετική Ενωση - Εγχρωμο - 1985 - 142', Καλύτερη Ταινία, Βραβείο FIPRESCI Φεστιβάλ Μόσχας 1985).
Ο Ελεμ Κλίμοφ γεννήθηκε στο Στάλινγκραντ στις 9 Ιουλίου του 1933 και πέθανε στις 26 Οκτωβρίου του 2003. Γεννήθηκε σε οικογένεια κομμουνιστών - το όνομά του αποτελεί ακρωνύμιο των Ενγκελς, Λένιν και Μαρξ - αποφοίτησε από την Ανώτατη Σχολή Αεροπορίας του 1957. Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία κι έπειτα μπήκε στο VGIK, την Ανώτατη Κρατική Σχολή Κινηματογράφου. Κατόρθωσε να γυρίσει μόνο 5 μεγάλου μήκους ταινίες, κατά τη διάρκεια της καριέρας του. Το δυτικό κοινό γνώρισε τον Κλίμοφ, κυρίως από τα όψιμα έργα του και ειδικότερα το «Agoniia» («Ρασπούτιν», 1975, που διανεμήθηκε το 1984) και το «Idiismotri» («Ελα να Δεις», 1985).
Ο Κλίμοφ έθεσε τέρμα στην καριέρα του για πολλούς λόγους. Το πολιτικό σκηνικό της Ρωσίας που άλλαζε με γοργούς ρυθμούς και επιπτώσεις που συνεπαγόταν στον πολιτιστικό τομέα, έπληξαν τον Κλίμοφ που είχε διοριστεί, ο πρώτος γραμματέας της Ενωσης Σοβιετικών Σκηνοθετών, το 1986. Η παλαιά φρουρά αντικαταστάθηκε με μια νέα. Είχε αντιμετωπίσει προβλήματα με τους σκηνοθέτες που ανέδειξε η Περεστρόικα του Γκορμπατσόφ. Απέτυχε στις προσπάθειές του να εγκαθιδρύσει ένα νέο και δυναμικό σινεμά στα πρότυπα του σπουδαίου Σοβιετικού Κινηματογράφου.
Το γεγονός ότι παραιτήθηκε δυο χρόνια μετά, σε συνδυασμό με το ότι δε γύρισε ποτέ τίποτε άλλο μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και μέχρι το θάνατό του στις 26/10/2003, επιλέγοντας μια μοναχική και εκτός των φώτων της δημοσιότητας πορεία, δείχνουν, αν μη τι άλλο, μια στάση ζωής συνεπή στις πανανθρώπινες αξίες που υπηρέτησε με το έργο του.
Ο Κλίμοφ είχε ένα ακόμα βαθύ τραύμα. Η σύζυγός του, Λαρίσα Σεπίτκο, σκοτώθηκε το 1979 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας της «Farewell». Μια εβδομάδα μετά τον θάνατό της, ο ίδιος ο Κλίμοφ ολοκλήρωνε τα γυρίσματα της ταινίας.
«Γεννήθηκα στο Στάλινγκραντ. Ως παιδί, φυσικά, είχα δει όλους τους βομβαρδισμούς. Μας θυμάμαι να διασχίζουμε τον Βόλγα, να περνάμε τα Ουράλια, η μητέρα μου, ο αδερφός μου βρέφος κι εγώ. Διασχίσαμε τον Βόλγα στο Στάλινγκραντ. Ηταν Οκτώβρης του 1942. Καθόμαστε σ' ένα υπόστεγο στο φέρι. Το Στάλινγκραντ βρισκόταν δεξιά του Βόλγα. Ηταν μια μακριά πόλη, τότε είχε μήκος 60 χιλιόμετρα και πέρα από 'κεί απλώνονταν η στέπα και τα βουνά. Σήμερα, υποθέτω πως θα είναι πολύ μακρύτερη, ίσως 120 χλμ. Θεέ μου, μια πόλη μακριά, σαν σωλήνας! Τότε είχε τυλιχτεί ολόκληρη στις φλόγες. Και το ποτάμι, κι αυτό ακόμα είχε πάρει φωτιά. Η φωτιά απλωνόταν 1,5 χλμ. Είχαν βομβαρδίσει ένα σταθμό παροχής πετρελαίου, που είχε καταρρεύσει στο ποτάμι και το νερό είχε πάρει φωτιά. Μας βομβάρδιζαν συνεχώς, το νερό έβραζε, εξαιτίας όλων αυτών. Οι μανάδες μας, μας κάλυπταν με τα κορμιά τους. Εριχναν πάνω μας κουβέρτες, μαξιλάρια και τους εαυτούς τους, πάνω απ' όλα αυτά. Φυσικά κρυφοκοιτούσα, γιατί ήμουν περίεργος. Ηταν μακριά, μέχρι τα Ουράλια. Ο πατέρας μου έμεινε στο Στάλινγκραντ, να πολεμήσει. Είναι φυσικό να είμαι φορτισμένος με πολύ ισχυρές αναμνήσεις εκείνης της κόλασης. Γιατί, ήταν μια εκδρομή στην κόλαση! Ζει μέσα μου πάντα! Ετσι θεώρησα ότι ήταν για μένα ένα πρέπει, να γυρίσω μια ταινία για τον πόλεμο. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους.
«Ενας άλλος λόγος ήταν ότι ο κόσμος ήταν τότε στο χείλος της καταστροφής. Οι άνθρωποι το ξεχνούν αυτό τώρα. Τότε όμως, το νιώθαμε στο πετσί μας ότι την επόμενη μέρα θα ξεσπούσε ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε φτάσει σε σημείο που το παραμικρό ολίσθημα θα μπορούσε να επιφέρει παγκόσμια καταστροφή».
«Κι ο τρίτος λόγος ήταν η ταινία μου "Αγωνία". Είχα απογοητευτεί από μένα, με την ταινία μου. Είχα εξαιρετικό πρωτογενές υλικό, θαυμάσιο επιτελείο, έναν εξαίρετο μουσικοσυνθέτη τον Σνίτκε, καλό διευθυντή φωτογραφίας, σχεδιαστή παραγωγής, ηθοποιούς. Δεν στάθηκα ικανός να εκφράσω όλες αυτές τις εξαιρετικά πολύπλοκες συναισθηματικές καταστάσεις, τις οποίες ήθελα να διερευνήσω. Δεν ήμουν έτοιμος γι' αυτό. Και μου βγήκε ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας. Ηθελα να βρω υλικό που θα με βοηθούσε να αποκαταστήσω τον εαυτό μου, στα μάτια μου. Σε πολλούς αρέσει η ταινία "Αγωνία", αλλά εγώ την κοίταξα πολύ επικριτικά. Υπήρχαν τρεις λόγοι, λοιπόν, που έψαχνα για κάτι, που είχε σχέση με τον πόλεμο και μ' ένα είδος φόβου, ενός γεγονότος της Αποκάλυψης, σ' αυτόν τον κόσμο».
«Με λίγα λόγια, τυχαία, βρέθηκε στα χέρια μου ένα μυθιστόρημα του Αντάμοβιτς, τον οποίον δεν γνώριζα τότε. Γνώριζα, όμως, τον Βασίλι Μπάικοφ, γιατί η Λαρίσα Σεπίτκο, η σύζυγός μου, είχε κάνει μια εκπληκτική ταινία, ένα πραγματικό αριστούργημα, την "Ανάληψη", διασκευή για την οθόνη του "Σοτνίκοφ" του Μπάικοφ. Γνωριστήκαμε με τον Αντάμοβιτς και τον συμπάθησα πολύ... Ολη του η οικογένεια ήταν αντάρτες. Ηταν έφηβος τότε και τα θυμόταν όλα. Ετσι, αρχίσαμε να γράφουμε το σενάριο μαζί. Δεν κάναμε προσαρμογή, ακολουθήσαμε το πνεύμα του βιβλίου»...
«Αρχίσαμε τα γυρίσματα στη Λευκορωσία... Στην ουσία, τα λευκορωσικά γονίδια θυμούνταν το ολοκαύτωμα. Γιατί το ένα τέταρτο του πληθυσμού πέθανε εκεί. 628 χωριά κάηκαν ολοσχερώς, μαζί με τους κατοίκους τους. Οι φασίστες διέπραξαν πάρα πολλές φρικαλεότητες εκεί. Η ψυχή μας βάζει ένα όριο σ' αυτά τα πράγματα. Ολοι οι Λευκορώσοι θυμούνται τα πάντα! Αλλος ήταν παιδί τότε, άλλος είχε ακούσει την ιστορία από τους γονείς του. Δεν χρειάζεται να εξηγήσει κανείς στους Λευκορώσους τι συνέβη και πώς...
«Μετά όμως, απ' αυτήν την ταινία δεν μπορούσα πλέον να δουλέψω. Για μένα ήταν κάτι τόσο συγκλονιστικό»!