Η επιδίωξη της «στρατηγικής αυτονομίας» και οι προσαρμογές στην οικονομία και στις διεθνείς σχέσεις
Οι εμπορικές σχέσεις Τουρκίας - ΕΕ παρουσιάζουν μια ισορροπία, σε αντίθεση με τις ρωσοτουρκικές και σινοτουρκικές, που είναι συντριπτικά υπέρ των πρώτων |
Υπάρχουν όμως αναλύσεις στον διεθνή Τύπο που σκιαγραφούν τις μεγάλες ενδοαστικές αντιθέσεις πίσω από τις σημερινές εξελίξεις, οι οποίες βέβαια δεν προέκυψαν από το πουθενά. Αντίθετα, εδράζονται στη σύγκρουση τμημάτων της τουρκικής αστικής τάξης για στρατηγικές επιλογές του κράτους στην οικονομία και στις διεθνείς συμμαχίες.
Ταυτόχρονα, δίνουν έμφαση στη χρονική συγκυρία κατά την οποία ξέσπασαν τα τελευταία γεγονότα, συνδέοντάς την με την προσπάθεια της Τουρκίας να αναβαθμίσει τον περιφερειακό της ρόλο. Ξεχωρίζουν συγκεκριμένα την εκλογή Τραμπ και την κρίση στις ευρωατλαντικές σχέσεις, την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και την όξυνση των σχέσεων με το Ισραήλ, την επικράτηση των τζιχαντιστών στη Συρία, αλλά και το παζάρι για διευθετήσεις σε Κυπριακό - Ελληνοτουρκικά.
Οπως σημειώνει σε έκθεσή του το αμερικανικό «Middle East Institute», η Τουρκία, έχοντας υιοθετήσει στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας μία πολιτική «στρατηγικής αυτονομίας», επέκτεινε το στρατιωτικό της αποτύπωμα στην περιοχή: «Επιδίωξε αυτονομία από τη Δύση, αλλά και μεγαλύτερη επιρροή. Η Τουρκία εξαπέλυσε στρατιωτικές επιδρομές στη Συρία και στο Ιράκ, έστειλε στρατιωτικές προμήθειες και μαχητές στη Λιβύη και ανέπτυξε το Ναυτικό της στην Ανατολική Μεσόγειο για να στηρίξει τις τουρκικές περιφερειακές διεκδικήσεις».1
Ωστόσο, όπως τονίζει το «Carnegie Endowment for International Peace» (CEIP), η επιδίωξη της «στρατηγικής αυτονομίας» έχει ευρείες επιπτώσεις, «είτε πρόκειται για τον ρόλο της Τουρκίας ως μέλους του ΝΑΤΟ, είτε για τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, είτε για τις οικονομικές της συνεργασίες με την Κίνα και τη Ρωσία», καθώς «ταλαντεύεται επιδεικτικά μεταξύ των δυνάμεων», στην προσπάθειά της να μετατραπεί σε έναν περιφερειακό πόλο ισχύος.2
Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών παγκοσμίως, οι αντιθέσεις στο εσωτερικό της τουρκικής αστικής τάξης έχουν οξυνθεί. Το «Istanbul Policy Center» (IPC) υπογραμμίζει ότι «μεσαίες δυνάμεις όπως η Τουρκία» γίνονται «πιο διεκδικητικές και ενεργές», όμως «οι παγκόσμιες μεταβάσεις ισχύος απαιτούν επίσης προσοχή και προσεκτική διαχείριση των κινδύνων, καθώς οι συστημικοί κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες ενδέχεται να αυξηθούν»3.
Το τουρκικό «think tank» εξηγεί ότι η επιδίωξη της «στρατηγικής αυτονομίας» γίνεται σε σχέση με τρεις βασικούς τομείς - την ασφάλεια / διπλωματία, το Εμπόριο / επενδύσεις και την Ενέργεια - και δεν έχει ολοκληρωθεί. «Αντιθέτως, η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με τρωτά σημεία σε θέματα ασφάλειας, οικονομίας και πολιτικής, τα οποία προκλήθηκαν από την επιδίωξη της στρατηγικής αυτονομίας», σημειώνει.
Ετσι, «για πρώτη φορά στη σύγχρονη Ιστορία της η Τουρκία είχε ταυτόχρονες διπλωματικές ρήξεις με τη Συρία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, την Ελλάδα, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς και με τους δυτικούς παράγοντες.
Οι προκλήσεις της εξωτερικής πολιτικής επιδείνωσαν επίσης τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπιζε η τουρκική οικονομία. Η χώρα βίωσε δύο μεγάλα νομισματικά σοκ, το 2018 και το 2021, τα οποία αποσταθεροποίησαν το εγχώριο νόμισμα, και ενώ η τουρκική κυβέρνηση διατήρησε θετική οικονομική ανάπτυξη, αυτό έγινε σε βάρος του αυξανόμενου εξωτερικού χρέους και της σημαντικής πιστωτικής επέκτασης. Το εμπορικό έλλειμμα της Τουρκίας αυξήθηκε το 2022 σε επίπεδα ρεκόρ, 110 δισ. δολαρίων».
Σε αυτήν την επιδίωξη ξεχωριστό ρόλο διαδραματίζουν οι σχέσεις που έχει αναπτύξει η Τουρκία με δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα, ωστόσο τα οικονομικά οφέλη υπολείπονται πολύ αυτών που αποκομίζει η Τουρκία από τις σχέσεις με τους παραδοσιακούς Ευρωατλαντικούς «συμμάχους» της.
Οσον αφορά τη Ρωσία, το CEIP υπογραμμίζει ότι ενώ οι εμπορικές σχέσεις έχουν εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια, ιδίως στην Ενέργεια και στις Κατασκευές, οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει μια σχέση «ανταγωνιστικής συνεργασίας», καθώς «υποστηρίζουν σχεδόν πάντα διαφορετικές πλευρές στις περιφερειακές συγκρούσεις», όπως στη Συρία ή στη σύγκρουση στο Ναγκόρνο - Καραμπάχ.
Οι εισαγωγές Ενέργειας αποτελούν σημαντικό μέρος των ελλειμμάτων του εξωτερικού εμπορίου της Τουρκίας, η οποία εξαρτάται από εξωτερικές πηγές για τα 3/4 σχεδόν των ενεργειακών της αναγκών. Με την τουρκική οικονομία να αναπτύσσεται σημαντικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η χώρα έχει την ταχύτερα αυξανόμενη ζήτηση Ενέργειας μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.
Ωστόσο, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είχε σημαντικό αντίκτυπο στην ενεργειακή πολιτική της Τουρκίας, καθώς υπήρξε αναδιαμόρφωση των διεθνών ενεργειακών ροών. Ο πόλεμος οδήγησε σε σημαντική αύξηση του διμερούς εμπορίου μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, από 34,7 δισ. δολάρια το 2021 σε 68 δισ. το 2022. Ο συνολικός όγκος του εμπορίου μειώθηκε στα 56,5 δισ. το 2023, αλλά παρέμεινε σημαντικά υψηλότερος σε σύγκριση με πριν το 2022.
Οι εισαγωγές Ενέργειας της Τουρκίας από τη Ρωσία αυξήθηκαν επίσης, από 14 δισ. δολάρια το 2021 σε 30 δισ. το 2023. Ως εκ τούτου, ο κύριος μοχλός του αυξανόμενου διμερούς εμπορίου μεταξύ Αγκυρας και Μόσχας ήταν οι ενεργειακές εισαγωγές της Τουρκίας από τη Ρωσία, οδηγώντας σε σημαντικά εμπορικά ελλείμματα.
Η Τουρκία επιδιώκει επίσης να εμβαθύνει την οικονομική συνεργασία με την Κίνα. Μαζικά έργα υποδομής στην Τουρκία έχουν ανατεθεί σε κινεζικές εταιρείες, με εμβληματικότερο τον σιδηρόδρομο υψηλής ταχύτητας Αγκυρας - Κωνσταντινούπολης.
Η τουρκική κυβέρνηση υπέγραψε συμφωνία με την κινεζική εταιρεία κατασκευής ηλεκτρικών οχημάτων BYD, η οποία προβλέπεται να επενδύσει σε ένα εργοστάσιο αυτοκινήτων αξίας 1 δισ. δολαρίων στην Τουρκία. Επιπλέον, για να προσελκύσει άμεσες ξένες επενδύσεις από την Κίνα η Τουρκία προσχώρησε στην πρωτοβουλία «Belt and Road» του Πεκίνου. Στο ίδιο πνεύμα, η Αγκυρα έχει εκφράσει την επιθυμία της να γίνει μέλος των BRICS+ και του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης.
Οπως τονίζει το IPC όμως, «παρά το γεγονός ότι η Τουρκία προσχώρησε στην πρωτοβουλία "Belt and Road" με μεγάλες ελπίδες, δεν έχει προσελκύσει σημαντικές ξένες επενδύσεις από την Κίνα».
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας από το 2022, το συνολικό απόθεμα επενδύσεων της Κίνας στην Τουρκία έφτασε τα 8,6 δισ. δολάρια, ένα ελάχιστο ποσό σε σύγκριση με τις «δυτικές» χώρες.
Σύμφωνα με την έκθεση του «Economist Intelligence Unit» η Τουρκία κατατάσσεται στην 72η θέση ως επενδυτικός προορισμός για τους Κινέζους επενδυτές. Η έκθεση αναφέρει ότι η Τουρκία «έχει χάσει τη γοητεία της για τους Κινέζους επενδυτές, λόγω ενός απρόβλεπτου τοπίου εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής».
«Από οικονομικής άποψης η μορφή στρατηγικής αυτονομίας της Αγκυρας δεν είναι βιώσιμη», τονίζει το CEIP. «Η ΕΕ παραμένει μακράν ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας, με το (σ.σ. συνολικό) εμπόριο να φτάνει τα 310 δισεκατομμύρια δολάρια το 2023. Και, σημειωτέον, οι τουρκικές εξαγωγές ήταν ύψους 153 δισ. δολαρίων ενώ οι εξαγωγές της ΕΕ προς την Τουρκία ανήλθαν σε 160 δισ. δολάρια, παρουσιάζοντας μια συμμετρική κατανομή».
Συγκριτικά, το εμπόριο με τη Ρωσία και τις χώρες των BRICS κλίνει έντονα υπέρ τους, επιδεινώνοντας το ήδη σοβαρό εμπορικό έλλειμμα. Για παράδειγμα, το 2023 οι εισαγωγές της Τουρκίας από την Κίνα (43 δισ. δολάρια) ήταν 12 φορές περισσότερες από τις εξαγωγές της (3,5 δισ. δολάρια).
Η τουρκική αστική τάξη επιδιώκει να αξιοποιήσει τη στρατηγική γεωγραφική θέση της χώρας προκειμένου να μετατραπεί σε «κόμβο συνδεσιμότητας» μεταξύ Ευρώπης, Ασίας, Μέσης Ανατολής και Καυκάσου, μέσω θαλάσσιων και χερσαίων οδών.
Σε αυτό το πλαίσιο, μεταξύ 2011 και 2022 η κυβέρνηση ολοκλήρωσε έργα που περιλάμβαναν περισσότερα από 45 δισ. δολάρια για αεροδρόμια, 44 δισ. για ηλεκτρική ενέργεια και σχεδόν 23 δισ. για δρόμους. Ο σχεδιασμός αυτός όμως συγκρούεται με ανταγωνιστικά σχέδια, ακόμα και συμμάχων της τουρκικής αστικής τάξης.
Για παράδειγμα, η κυβέρνηση Μπάιντεν των ΗΠΑ είχε πρωτοστατήσει στην προώθηση του Οικονομικού Διαδρόμου Ινδίας - Μέσης Ανατολής - Ευρώπης (IMEC) το 2023, για τη σύνδεση Ασίας, Περσικού Κόλπου και Ευρώπης.
Οι χώρες που συμμετέχουν υπέγραψαν μνημόνιο κατανόησης στο Νέο Δελχί κατά τη Σύνοδο Κορυφής του G20, ωστόσο η πρωτοβουλία έχει παγώσει, καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη ο πόλεμος στη Γάζα και σε όλη τη Μέση Ανατολή. Η Τουρκία δεν προσκλήθηκε σε αυτό το σχέδιο, το οποίο περιλαμβάνει την Ινδία, το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία, την Ελλάδα και την ΕΕ.
Αντ' αυτού, η τουρκική κυβέρνηση προώθησε το έργο «Iraq Development Road Project», το οποίο στοχεύει να συνδέσει την περιοχή του Κόλπου και την Τουρκία με σιδηροδρόμους, αυτοκινητόδρομους και λιμάνια, περνώντας από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και το Ιράκ.
Προωθεί επίσης το άνοιγμα του διαδρόμου Zangezur, μιας διαδρομής που συνδέει το Αζερμπαϊτζάν και την Τουρκία μέσω των συνόρων της Αρμενίας με το Ιράν (Ναχιτσεβάν). Η τουρκική κυβέρνηση αποδίδει μεγάλη σημασία στον διάδρομο Zangezur για τον επιπλέον λόγο ότι οι σιδηρόδρομοι και οι δρόμοι που θα κατασκευαστούν θα συνδέσουν την Τουρκία με την Κεντρική Ασία, τη Ρωσία και την Κίνα μέσω του Αζερμπαϊτζάν.
Το «σταυροδρόμι» στο οποίο βρίσκεται η Τουρκία επηρεάζει άμεσα και τον τομέα της πολεμικής βιομηχανίας, που αποτελεί σημαντικό πυλώνα της τουρκικής οικονομίας αλλά και καθοριστικό παράγοντα για τη γεωπολιτική ισχύ της.
Οπως σημειώνει ανάλυση του «International Institute for Strategic Studies», «η αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας επηρεάζεται άμεσα από τον προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής της χώρας και τώρα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν τα επόμενα χρόνια θα διαμορφώσουν το μέλλον του εξοπλιστικού της τομέα για τις επόμενες δεκαετίες. Υπάρχουν δύο κρίσιμα ζητήματα που πρέπει να αξιολογήσουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής: Ποιες χώρες θα πρέπει να είναι οι στενότεροι εταίροι της Τουρκίας και σε ποιους τομείς της αμυντικής βιομηχανίας θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα».4
Τα ζητήματα αυτά αποκτούν επιπρόσθετο βάρος καθώς η ΕΕ προωθεί τη μετάβαση στην πολεμική οικονομία. «Σήμερα» - αναφέρει το CEIP - «η συζήτηση συνεχίζεται μεταξύ εκείνων των ευρωπαϊκών χωρών που επιδιώκουν την περαιτέρω αμυντική ολοκλήρωση της ΕΕ ως πολιτικό στόχο και εκείνων που επιδιώκουν την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας με όλα τα διαθέσιμα μέσα. Το τελευταίο στρατόπεδο είναι πιο ανοιχτό στην τουρκική συμμετοχή σε διακυβερνητικά σχέδια δυνατοτήτων, όπως η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την πυραυλική ασπίδα, την οποία συντονίζει η Γερμανία και στην οποία εντάχθηκε η Τουρκία. Και παρόλο που η ΕΕ επί του παρόντος δεν επικεντρώνεται στις επιχειρησιακές πτυχές της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Αμυνας, η Τουρκία έχει συμβάλει σημαντικά στις επιχειρήσεις ασφάλειας και άμυνας υπό την ηγεσία της ΕΕ στο παρελθόν, και ο δοκιμασμένος στη μάχη στρατός της θα αποτελούσε πλεονέκτημα για κάθε μελλοντικό ευρωπαϊκό στρατιωτικό συνασπισμό, ιδίως στη νότια γειτονιά».
Παραπομπές:
3.https://ipc.sabanciuniv.edu/Content/Images/CKeditorImages/20240301-10034255.pdf
4. https://www.iiss.org/research-paper/2024/11/turkiyes-defence-industry-which-way-forward/