Τα υπέρ και τα κατά για ένα μουσικό έργο χωρίς προηγούμενο
Ολοι οι συντελεστές επί σκηνής, μετά το πέρας της συναυλίας: Δημήτριεφ, Ελύτης, Μίκης, Κατράκης, Μπιθικώτσης (Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη) |
Ακριβώς ένα εικοσιτετράωρο μετά τη δευτεριάτικη ιστορική συναυλία του λαϊκού ορατόριου «Το άξιον εστί», όλα τα μολύβια, όλα τα μελανοδοχεία κι όλες οι γραφομηχανές των μουσικοκριτικών έχουν πλέον κρυώσει.
Ομως, το προηγούμενο βράδυ, ανάμεσα σε καπνούς από τσιγάρα, άπαντα τα εργαλεία της γραφής είχαν πάρει φωτιά, καθώς έπρεπε να αποτυπώσουν το πρωτάκουστο.
Είναι η πολιτιστική είδηση της μέρας στις αντίστοιχες σελίδες των εφημερίδων. Το τυπωμένο χαρτί, πριν έξι και βάλε δεκαετίες, αποτελεί το σημείο αναφοράς των αναγνωστών, αφού κυρίως από αυτό περιμένουν να ενημερωθούν και να ψυχαγωγηθούν.
Η πλειονότητα των γραφίδων κρατά θετική στάση απέναντι σ' αυτή την πρωτόφαντη καλλιτεχνική πρόταση, η οποία, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, παρέμεινε μία μόνη και μοναχική περίπτωση.
Η ελλιπής μουσική παιδεία, η απουσία υποδομών, αλλά κυρίως η επαγγελματική ανασφάλεια των μουσικών στενεύει τα περιθώρια για το μεγάλο άλμα προς τον λαό. Αυτού η αποδοχή είναι το αιτούμενο για κάθε έργο αισθητικής, το οποίο προϋποθέτει την πρόσληψή του από τον φυσικό αποδέκτη του, αφού σ' αυτόν απευθύνεται, μ' αυτόν γεννιέται κι απ' αυτόν αναπαράγεται.
Την επόμενη μέρα, λοιπόν, την Τρίτη της 20ής Οκτώβρη, διαβάζουμε στην εφημερίδα «Η Αυγή»:
Ο Θεοδωράκης δίνει το χέρι του στον σερ του ελληνικού τραγουδιού, μετά τη συγκλονιστική ερμηνεία του (Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη) |
Το γεγονός είναι μείζον και δεν μπορεί να αποσιωπηθεί από τα αστικά έντυπα, ακόμη κι αν βρίσκονται πολιτικά απέναντι από τον Μίκη Θεοδωράκη. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο τότε 57χρονος Δημήτρης Ψαθάς (1907-1979), του οποίου η στήλη του «Ποικίλα», με τον επεξηγηματικό υπέρτιτλο «Εύθυμα και σοβαρά», στην εφημερίδα «Τα Νέα» έχει υψηλή αναγνωσιμότητα. Πέντε μέρες μετά την παρουσίαση του καινοφανούς δημιουργήματος, σχολιάζει (24η Οκτώβρη 1964):
«Μια εξαιρετική μουσική μυσταγωγία ήταν η πρώτη εκτέλεση (...). Οσοι είχαν την τύχη να την παρακολουθήσουν, δίκαια χειροκρότησαν - για να μην πω αποθέωσαν - τον συνθέτη για τη ρωμαλέα του δημιουργία, που κυριολεκτικά συνήρπασε και συνεκλόνισε το ακροατήριό του».
Το απόκομμα της «Αυγής», με φωτογραφία και κειμενολεζάντα (Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη) |
Μετά τον ανυπόκριτο ενθουσιασμό του, επιστρέφει με τη μορφή διαλόγου με τον εαυτό του, στην απόρριψη του λαϊκού ορατόριου από τη δυναμική του Φεστιβάλ Αθηνών:
«Κατάπληκτος, αληθινά, στο τέλος αναρωτιόμουν: Αυτό, λοιπόν, είναι το μουσικό κομμάτι που απορρίφθηκε φέτος από το Φεστιβάλ Αθηνών; Αξιον εστί, στ' αλήθεια, το ποιείν ανοησίες στον τόπο τούτον! Η δικαιολογία, βέβαια, ήταν ότι ο κ. Μπιθικώτσης δεν ταίριαζε με το Ηρώδειο και θα φάνταζε κάπως παράτονα εκεί που συχνάζουν ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης και ο Φον Καραγιάν. Αλλά, ο καημένος, ο... Μπιθί ήταν τόσο σεμνός και τόσο συμπαθής (...) - ανάμεσα στα τόσα πρόσωπα της ορχήστρας και της χορωδίας - ώστε δεν νομίζω ότι θα πρόσβαλε τα μάρμαρα του Ηρωδείου, αν του επέτρεπαν να εμφανισθή κι' εκεί.
Πάντως το συμπέρασμα το δικό μου και όλου του κόσμου που είχε την ευτυχία ν' ακούση το "Αξιον εστί" ήταν ότι αν κάποιος ζημιώθηκε απ' την άστοχη απόφαση των διευθυνόντων του Φεστιβάλ, αυτός δεν ήταν σίγουρα ο Μίκης Θεοδωράκης».
Ενθερμος υποστηρικτής αυτής της συμπόρευσης δυτικής σοβαρής και ελληνικής λαϊκής μουσικής - αν και απερίφραστα δηλώνει πολέμιος του μπουζουκιού! - στέκεται ο Δημήτριος Α. Χαμουδόπουλος (1904-1992), μουσικοκριτικός στην εφημερίδα «Ελευθερία», από το 1945 έως το 1967. Γράφει ο δικηγόρος, με σπουδές μουσικής, αλλά και βαφτισιμιός και πρωτεξάδελφος του συνθέτη Μανώλη Καλομοίρη (Παρασκευή, 23 Οκτώβρη 1964).
Το κείμενο του Δημήτρη Ψαθά, στα «Νέα» (Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη) |
Το ύφος αυτό είναι σάρκα από τη σάρκα της μουσικής μας, όπως γεννήθηκε και διαμορφώθηκε, όπου χώματα ελληνικά.
Από τις κλίμακες τις μουσικές (που μερικές προδίδουν την επίδραση της Ανατολής), από τους ρυθμούς και τις αρμονίες και τη μουσική γλώσσα (...) έως την ακουστική ευχαρίστηση, που χαρίζουν οι μελωδίες του και οι ωραίοι συνδυασμοί των ηχοχρωμάτων, ένα αδιάλειπτο τόξο εκφράζει την ενότητα και τη συνέπεια των καλλιτεχνικών προθέσεων του Μίκη Θεοδωράκη».
Πιο κάτω, προσπαθεί να χρεώσει τις αρετές του συνθέτη στην επίδραση της εθνικής μουσικής του Μανώλη Καλομοίρη και τονίζει ότι, κατά κάποιον τρόπο, επαναπροσδιορίζει την ηχητική ανασύνταξη του «χυδαίου», «σκοτεινού» και «αποπνικτικού» μπουζουκιού.
Κι ενώ εκτιμά ότι οι ερμηνείες ψάλτη (Θεόδωρος Δημήτριεφ), ορχηστρών και χορωδίας τελεσφόρησαν, χωρίς να προβεί σε ευρεία κριτική αποτίμησή του, αφιερώνει τις λυρικές στιγμές της κριτικής του στον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ιδού:
«(...) Τραγούδησε με γλυκειά φωνή, τονική ακρίβεια, άνεση στη φράση και στα λεπτά "στολίδια" και "τσακίσματά" της, σεμνότητα ύφους και απλότητα το μέρος του Τραγουδιστή.
Η κριτική του Δημήτρη Χαμουδόπουλου, στην «Ελευθερία» |
ΥΓ. Δέος, συγκίνηση, ανατριχίλα, κλάμα βουβό μπροστά στους ομαδικούς τάφους κομμουνιστριών και κομμουνιστών στις Συκιές Θεσσαλονίκης. Λίγα μέτρα μακριά από το κολαστήριο του Επταπυργίου (Γεντί Κουλέ), καθώς τα εκσκαφικά μηχανήματα δούλευαν για την ανάπλαση του πάρκου - μνημείου Εθνικής Αντίστασης. Ο Απόστολος Καλδάρας για το τραγούδι «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι»: «Αρχιζε το δεύτερο αντάρτικο και θυμάμαι, γίναν τότε συλλήψεις πολλές και πιάναν τους ανθρώπους τους αριστερούς και τους κλείναν φυλακή, στο Γεντί Κουλέ. Μια μέρα θυμάμαι, μας είχε πιάσει το σούρουπο κι όπως κατεβαίναμε, βλέπω τη σιλουέτα των φυλακών, του Επταπυργίου δηλαδή, κι αυτό ακριβώς μου 'δωσε την έμπνευση να γράψω το τραγούδι αυτό».