2025 The Associated Press. All |
Σύμφωνα με αυτό το σημείωμα, «η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να κινείται στον δρόμο της δημοσιονομικής σταθερότητας και της περαιτέρω μείωσης του χρέους της και να διεκδικήσει ίση μεταχείριση στο πλαίσιο των διεργασιών για την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών στην Ευρωπαϊκή Ενωση».
Παράλληλα, αναφέρει ότι «το σχέδιο ReArm Europe δεν πρέπει να θεωρηθεί ως διακοπή της δημοσιονομικής σύνεσης, αλλά ως ευκαιρία αντικατάστασης εθνικών δημόσιων πόρων με κοινή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για σχεδιασμένες αμυντικές δαπάνες και την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας της ΕΕ και της Ελλάδας». Ουσιαστικά, λέει ότι τους οξυμένους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και την προετοιμασία των πολέμων τους θα τους πληρώσουν οι λαοί της ΕΕ και ο ελληνικός, με διάφορους τρόπους.
Το ερευνητικό σημείωμα, με τίτλο «Fiscal Space and Sovereign Bond Market Developments in Selected European Economies» («Δημοσιονομικός χώρος και εξελίξεις στην αγορά κρατικών ομολόγων σε επιλεγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες»), αποτελεί το πρώτο από μία σειρά σημειωμάτων που θα εκδίδει το Γραφείο Προϋπολογισμού για επίκαιρα οικονομικά ζητήματα, με έμφαση σε ευρωπαϊκές εξελίξεις οι οποίες έχουν άμεση αντανάκλαση στην ελληνική οικονομία.
Αναλύοντας στοιχεία της αγοράς κρατικών ομολόγων της Ελλάδας και άλλων 9 ευρωπαϊκών χωρών (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Φινλανδία) στο βάθος εικοσαετίας, το σημείωμα διαπιστώνει ότι η Ελλάδα κατέγραψε σημαντική πρόοδο στο πεδίο της δημοσιονομικής προσαρμογής, επιτυγχάνοντας πρωτογενή πλεονάσματα επί σειρά ετών και μειώνοντας τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ κατά 54,8 ποσοστιαίες μονάδες από το 2021. Μία ...πρόοδο που ο λαός την πληρώνει με διαρκές υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, με ακρίβεια, φορολογικά βάρη δυσθεώρητα και πενιχρούς μισθούς που δεν του βγάζουν ούτε το 20ήμερο του μήνα.
Ταυτόχρονα, όμως αναφέρει ότι «η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα μεταβαλλόμενο ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον, το οποίο περιλαμβάνει αυξημένες ανάγκες αμυντικών δαπανών, δασμούς και οξυμένη γεωπολιτική αβεβαιότητα. Η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας υπήρξε εντυπωσιακή, αλλά οι τελευταίες εξελίξεις στην Ευρώπη επιβάλλουν διαρκή επαγρύπνηση», προετοιμάζοντας για όσα δεινά περιμένουν τα λαϊκά νοικοκυριά.
Ειδικά για τις στρατιωτικές δαπάνες τονίζεται ότι η ανάγκη ενίσχυσής τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο δημιουργεί μία σημαντική δημοσιονομική πρόκληση για όλα τα κράτη - μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, η οποία διαχρονικά διαθέτει μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ στην άμυνα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2022 οι αμυντικές δαπάνες της χώρας μας ανήλθαν στο 2,6% του ΑΕΠ, υπερκαλύπτοντας σταθερά τον στόχο του ΝΑΤΟ για δαπάνες ύψους τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ και ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν μόλις 1,3% του ΑΕΠ.
Το σημείωμα του Γραφείου Προϋπολογισμού χαρακτηρίζει το πλαίσιο του σχεδίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «ReArm Europe» ως «ευπρόσδεκτη εξέλιξη, ιδίως εάν οι πρόσθετες αμυντικές δαπάνες θα μπορούν να χρηματοδοτηθούν μέσω πόρων της ΕΕ» και απηχώντας τους «πόθους» του αστικού κράτους που βέβαια «προσπερνάνε» τους ανταγωνισμούς, λέει πως «σε αυτήν τη δημοσιονομική άσκηση δεν πρέπει να υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Για να κερδίσει έδαφος το σχέδιο της Επιτροπής, η πλειοψηφία των κρατών - μελών της ΕΕ θα πρέπει να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της. Ταυτόχρονα, τα κράτη - μέλη της ΕΕ που έχουν ιστορικά διαθέσει στην άμυνα υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ τους (όπως η Ελλάδα, η Πολωνία, η Εσθονία, η Λιθουανία και η Φινλανδία), με αντίτιμο τις μειωμένες δημόσιες δαπάνες σε άλλους τομείς, πρέπει να τύχουν δίκαιης μεταχείρισης».
Ταυτόχρονα, αναφέρει πως «είναι ανάγκη να κάνει η Ευρώπη ως σύνολο ένα τολμηρό βήμα προς τη συμφωνία έκδοσης κοινού χρέους, πέρα από το χαρτοφυλάκιο των 150 δισ. ευρώ που ανακοινώθηκε στο σχέδιο ReArm Europe», δεδομένου ότι «μεσοπρόθεσμα καμία χώρα δεν μπορεί από μόνη της να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της με αξιοπιστία, χωρίς να θέσει σε αμφισβήτηση τη δημοσιονομική σταθερότητά της». Βάζει δηλαδή το ζήτημα της ΕΕ ως «εγγυήτριας» για κοινό δανεισμό, ζήτημα που ανακατεύει βέβαια κι άλλο τους ανταγωνισμούς για το πώς θα μοιραστεί η «πίτα» αλλά και η χασούρα.
Αλλωστε, αποκαλύπτοντας τα ζόρια που αντιμετωπίζουν σχετικά με τη χρηματοδότηση της πολεμικής οικονομίας στο φόντο και των μεγάλων ανταγωνισμών, στο σημείωμα αναφέρεται ότι «ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στη στήριξη των αγορών ευρωπαϊκών ομολόγων θα είναι επίσης καθοριστικός, εάν ενταθούν εκ νέου οι κίνδυνοι αναταράξεων και κατακερματισμού, όμως σε περίπτωση νέων πληθωριστικών σοκ ενδέχεται να προκύψουν επιπλοκές που θα μπορούσαν να περιορίσουν την ικανότητα της ΕΚΤ να προσφέρει νομισματικά μέτρα τόνωσης».
Επιπλέον, το ερευνητικό σημείωμα του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής εντοπίζει εξελίξεις στη σύνθεση των επενδυτών που διακρατούν ελληνικό χρέος τα τελευταία χρόνια, οι οποίες έχουν πολλαπλή αλληλεπίδραση με τη διαθεσιμότητα του δημοσιονομικού χώρου:
«Είναι σημαντικό, αναφέρει, ότι το 70% του ελληνικού δημόσιου χρέους βρισκόταν στα χαρτοφυλάκια του ξένου επίσημου τομέα στα τέλη του 2024, ως αποτέλεσμα των συμφωνιών αναδιάρθρωσης κατά την εποχή της κρίσης. Αυτό το τμήμα του χρέους είναι κλειδωμένο σε αρκετά χαμηλά επιτόκια (πολύ χαμηλότερα από αυτά της αγοράς), διαμορφώνοντας ένα χαμηλό πραγματικό επιτόκιο εξυπηρέτησης του χρέους».
Επιπλέον, αναφέρει, φωτογραφίζοντας τη ρευστότητα της κατάστασης και τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδά τους: «Στις σημερινές συνθήκες αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η προβλεπόμενη αύξηση στην έκδοση ομολόγων από τις κυβερνήσεις της ΕΕ, ώστε να χρηματοδοτηθούν όχι μόνο αμυντικές δαπάνες και δαπάνες για υποδομές αλλά και η ενεργειακή μετάβαση, θα οδηγήσουν πιθανότατα σε υψηλότερα κόστη δανεισμού, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα».
Γι' αυτό και το σημείωμα του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή λέει ότι είναι καθοριστικής σημασίας η προσήλωση στη δημοσιονομική σύνεση, δηλαδή στην άγρια αντιλαϊκή πολιτική της φοροληστείας, η συνέχιση των περικοπών σε προσωπικό και υποδομές, η αξιοποίηση των χρηματοδοτικών μηχανισμών της ΕΕ, η συνέχιση των προσπαθειών μείωσης του χρέους και η επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη, δηλαδή το «ζεστό» χρήμα σε επιχειρηματικούς ομίλους.
Επιπλέον, σε χτεσινή του έκθεση, το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής επιχαίρει για το γεγονός ότι «η ελληνική οικονομία συνεχίζει να εδραιώνει ένα περιβάλλον σταθερότητας. Συγκεκριμένα, το 2024, η ελληνική οικονομία κατέγραψε ρυθμό ανάπτυξης 2,3%, υπερδιπλάσιο σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ το τέταρτο τρίμηνο του έτους παρουσίασε αύξηση 2,6% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2023».
Επιτεύγματα που αποτελούν αποτελέσματα της αντιλαϊκής πολιτικής, της βαριάς φορολόγησης και των περικοπών. Αλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι στην ίδια Εκθεση γίνεται λόγος για «επιβράδυνση» της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 0,8% το τέταρτο τρίμηνο του 2024.
Τέλος, η έκθεση αναδεικνύει τις επιπτώσεις από τη νέα δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ στις ελληνικές εξαγωγές χάλυβα και αλουμινίου. Βασιζόμενη σε προηγούμενη εμπειρία από την επιβολή δασμών 25% στον χάλυβα και 10% στο αλουμίνιο το 2018, επισημαίνει ότι οι ελληνικές εξαγωγές χάλυβα και σιδήρου προς τις ΗΠΑ επηρεάστηκαν αρνητικά τότε, ενώ οι εξαγωγές αλουμινίου παρέμειναν ανεπηρέαστες.