Σάββατο 30 Νοέμβρη 2024 - Κυριακή 1 Δεκέμβρη 2024
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 42
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΝΣΤΟΛΟΥΣ
Συνδικαλισμός στις Ενοπλες Δυνάμεις

(Μέρος 1ο)

Δεν είναι λίγες οι φορές που τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων ανοίγουν συζητήσεις στα στρατόπεδα, στα αεροδρόμια, στα πλοία, στα ΚΨΜ. Συζητήσεις για την καθημερινότητά τους. Για το πώς τα βγάζουν πέρα. Για τις δυσκολίες στην οικογένεια. Για την ακρίβεια. Για τα εργασιακά τους, τα ασφαλιστικά τους και τα συνταξιοδοτικά τους θέματα, που ολοένα και πάνε προς το χειρότερο. Πότε στα κρυφά, δυo δυo, και πότε φανερά, με τσαμπουκά και νεύρο από το «δεν πάει άλλο».

Με τις έγγραφες προσωπικές και ατομικές αναφορές τους - έτσι ονομάζεται η διαδικασία κατά τους αντιδραστικούς κανονισμούς που το αστικό κράτος έχει θεσπίσει - δεν έβλεπαν κατά κανόνα λύση. Επρεπε να βρουν κάτι για να μπορούν να μιλούν, να εκφράζονται, να διεκδικούν. Εβλεπαν άλλα σωματεία - δυναμικά, υγιή εργατικά σωματεία - με ποιον τρόπο διεκδικούσαν και κέρδιζαν και αναρωτιούνταν εάν θα μπορούσαν να κάνουν κάτι αντίστοιχο. Συνειδητοποίησαν ότι μόνο μέσα από την οργανωμένη διεκδίκηση μπορούν να δοθούν λύσεις. Μόνο μέσα από την οργανωμένη «πίεση» στην κάθε κυβέρνηση θα μπορούσαν να πάρουν ανάσες. Το σημαντικότερο βέβαια ήταν ποιος θα μπει μπροστά. Οι στρατιωτικοί κανονισμοί, όπως είπαμε, δεν τους έδιναν τέτοιο δικαίωμα. Τουλάχιστον έτσι τους έλεγαν. Το στρατιωτικό πειθαρχικό δίκαιο ήταν (και παραμένει στην πλειοψηφία του) αντιδραστικό και αυστηρό. Απαγόρευε κάθε είδους συνδικαλιστική δραστηριότητα, ανεξάρτητα εάν και το ίδιο το αστικό Σύνταγμα δίνει το δικαίωμα του συνδικαλισμού ακόμη και για τους υπηρετούντες στις Ενοπλες Δυνάμεις. Ο φόβος επιβολής πειθαρχικής ποινής και η τρομοκρατία που διαπερνούσε τις πύλες των στρατοπέδων έβαζαν φρένο σε οποιαδήποτε σκέψη για συνδικάτο. Μια σπίθα όμως αρκούσε. Κάποιος να το ξεκινήσει. Να μπει μπροστά. Κάποιος.

Ενα βροχερό χειμωνιάτικο απογευματινό του 2003 βρίσκει κάποιους μετρημένους στα δάχτυλα στρατιωτικούς να συναντιούνται σε χώρο Δημοτικού Συμβουλίου σε δήμο της Δυτικής Αττικής. Μη φανταστείτε πολλούς. Τρεις (3) ήταν. Οργανωτής: Ενας (τότε) υπολοχαγός του Σώματος των Δικαστικών Γραμματέων. Οι άλλοι δύο: Ενας (τότε) υποσμηναγός της ΠΑ και ένας (τότε) πλωτάρχης του ΠΝ. Η συζήτηση ελπιδοφόρα. Εισηγητής ο (τότε) υπολοχαγός.

Ο υπολοχαγός, ξεδιπλώνοντας τα επιχειρήματα αναγκαιότητας σωματείου, τόνισε ότι η δουλειά θα πρέπει να γίνει από τα ίδια τα στελέχη και δεν θα πρέπει να προσδοκούν κυβερνητική πρωτοβουλία. Ο λόγος ήταν ότι, αν και από το 2001 ο τότε υπουργός Εθνικής Αμυνας (του ΠΑΣΟΚ) ανακοίνωσε την επικύρωση των άρθρων 5 (δικαίωμα της συλλογικής οργάνωσης - συνδικαλιστικό δικαίωμα) και 6 (δικαίωμα της συλλογικής διαπραγμάτευσης), κατά τον εορτασμό στο Στρασβούργο τη 18-10-2001 και της 40ής επετείου του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (ΕΚΧ) και έπρεπε, σύμφωνα με τη νομική υπηρεσία του επιτελείου του υπουργού, έχοντας την προς τούτο υποχρέωση, το ίδιο το ΥΠΕΘΑ να θεσπίσει σχετικό νομοθετικό πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας συνδικαλιστικών οργανώσεων, εντούτοις το θέμα κρατήθηκε κρυφό.

Η αισιοδοξία των τριών (3) πρωτεργατών ήταν έκδηλη. Επιτέλους κάτι άρχισε να κινείται. Κάτι άρχισε να ψήνεται. Τα κείμενα (καταστατικό και ιδρυτική πράξη) ήταν έτοιμα και έπεσαν οι πρώτες υπογραφές. Τρεις (3) υπογραφές για αρχή. «Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός» δεν λένε; Και πράγματι έτσι ήταν. Ο καθένας από τους τρεις (3) τους δεσμεύθηκε για συλλογή και άλλων υπογραφών, ώστε να φτάσουν τις είκοσι (20), αριθμός που απαιτείται νομικά για την ίδρυση σωματείου.

Η υπόσχεση που δόθηκε ήταν μία. Το σωματείο θα γίνει. Ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα, το σωματείο θα γίνει. Ο,τι και να συμβεί δεν κάνουμε πίσω. Ολοι για έναν και ένας για όλους.

Η δέσμευση ήταν μία. Να μη διαρρεύσει τίποτα. Συνωμοτικά δηλαδή.

Τηρήθηκαν και τα δύο. Το όνομα του σωματείου: «Ενωση Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων - ΕΑΕΔ».

Ξεκίνησε αγώνας δρόμου για τις είκοσι (20) υπογραφές αξιωματικών. Τη μία μέρα έπεφταν υπογραφές και την επομένη κάποιοι έκαναν πίσω. Σβήσε, γράψε. Ξανά από την αρχή. Ο φόβος, ειδικά στους νέους αξιωματικούς, ήταν έκδηλος. Φοβούνταν ακόμη και να ψελλίσουν τη λέξη «σωματείο». Ο φόβος τους αυτός όμως ήταν απόλυτα σεβαστός από τους τρεις μπροστάρηδες. Πρωτόγνωρο γεγονός για τις Ενοπλες Δυνάμεις το συνδικαλιστικό σωματείο αξιωματικών και ήθελε υπομονή και προσοχή.

Εφτασε η ώρα. Οι υπογραφές έπεσαν. Μαζεύτηκαν. Είκοσι (20) γενναίοι αξιωματικοί και από τους τρεις Κλάδους. Στρατό Ξηράς, Πολεμικό Ναυτικό και Πολεμική Αεροπορία, αλλά και από τα Κοινά Σώματα. Ο κύβος ερρίφθη. Η περηφάνια γέμισε τις καρδιές και των είκοσι (20). Εγιναν μια γροθιά. Ενωμένοι. «Δεν κάνουμε πίσω με τίποτα», δεσμεύτηκαν. «Προχωράμε. `Η τώρα ή ποτέ. Και γρήγορα μη χάσουμε καμιά υπογραφή. Τσιμουδιά».

Ηρθε το 2004. Κατατέθηκαν τα απαιτούμενα νομικά έγγραφα (καταστατικό και ιδρυτική πράξη) στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Η δέσμευση η ίδια. Καμιά διαρροή. Τσιμουδιά. Και έτσι έγινε.

Πήρε μήνες για να εκδώσει απόφαση το Πρωτοδικείο Αθηνών. Σαν βόμβα έσκασε το αίτημα. Ακόμη και για την αστική Δικαιοσύνη ήταν πρωτόγνωρο το αίτημα αναγνώρισης συνδικαλιστικού σωματείου από εν ενεργεία αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων. Υπάρχει νομικό έρεισμα; Υπάρχει νομικό κώλυμα; Σε κάθε περίπτωση έπρεπε να απαντήσει και να εκδώσει απόφαση. Γνώριζε πολύ καλά όμως ότι το αστικό Σύνταγμα δεν απαγορεύει τον συνδικαλισμό και στους εν ενεργεία στρατιωτικούς. Οι είκοσι (20) θαρραλέοι εν ενεργεία αξιωματικοί έκαναν υπομονή. Ηξεραν ότι στο τέλος θα νικήσουν. Είχαν δίκιο και το διεκδικούσαν.

Μετά από μήνες και ενώ μπήκε το επόμενο έτος, 2005, το Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2822/2005 απόφασή του. Μια πολυσέλιδη απόφαση, πραγματικά ιστορική. Υιοθέτησε τις απόψεις των είκοσι (20) αξιωματικών και επικαλέστηκε πολλές από τις διατάξεις των εθνικών και διεθνών κειμένων για να θεμελιώσει τη θέση ότι το κράτος δεν μπορεί να καταλήξει σε πλήρη ακύρωση της συνταγματικής εγγύησης του συνδικαλισμού στις Ενοπλες Δυνάμεις.

Χρησιμοποίησε τη Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (άρθρο 11, «ο καθένας έχει το δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι με άλλους και να ενταχθούν τα συνδικάτα για την προστασία των συμφερόντων του»). Ενισχυτικά δε, δέχτηκε ότι είναι δυνατή η εφαρμογή του νόμου 1264/1982 (και 2265/1994) που ρύθμισε τα θέματα αυτά σε σχέση με τους υπηρετούντες στην Ελληνική Αστυνομία και στο όνομα της ταυτότητας του νομικού λόγου, πρέπει να γίνει αποδεκτή η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και στους υπηρετούντες στις Ενοπλες Δυνάμεις.

Ωστόσο, παρά τη νομική βάση στην οποία στηρίχθηκε το Πρωτοδικείο Αθηνών, τελικά αποφάνθηκε ΚΑΤΑ και απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση ίδρυσης της «Ενωσης Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων». Την απορριπτική δε απόφασή του τη στήριξε στο γεγονός ότι στο καταστατικό της υπό σύσταση οργάνωσης δεν περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τον νόμο που αναφέρεται.

Οι αξιωματικοί δεν απογοητεύθηκαν. Η υπόσχεση που έδωσαν ήταν: «Δεν κάνουμε πίσω με τίποτα. Προχωράμε».

(Η συνέχεια στο επόμενο δισέλιδο)


Ανέστης ΤΣΟΥΚΑΡΑΚΗΣ
Συνταγματάρχης ε.α. Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αποστράτων Στρατιωτικών (ΠΟΜΑΣ) και επίτιμος πρόεδρος της Πανελλαδικής Ομοσπονδίας Ενώσεων Στρατιωτικών (ΠΟΕΣ)


Κορυφή σελίδας
Ευρωεκλογές Ιούνη 2024
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ