Την αντιμετώπισαν αρνητικά ή με ενστάσεις οι Αλεξάνδρα Λαλαούνη, Γεώργιος Σκλάβος, Διονύσιος Γιατράς, Γιώργος Λεωτσάκος
Ο Μίκης τη χρονιά που ανεβαίνει το «Αξιον Εστί» στην Αθήνα (Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη) |
Συνήθως υπηρετούσαν τον υψηλό λόγο της αισθητικής, καθώς έφεραν τις υπογραφές συνεργατών που είχαν γνώσεις και γούστο πάνω στη μουσική. Στο μεγάλο κάδρο, η κριτική κρατάει αποστάσεις από το πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής και δεν μπλέκει στην αποτίμησή της το γεγονός ότι ο Μίκης Θεοδωράκης φέρει και την ιδιότητα του βουλευτή της ΕΔΑ.
Ας ανατρέξουμε να παρουσιάσουμε - έστω και αποσπασματικά - ορισμένες κρίσεις για το «Αξιον εστί» ανά εφημερίδα - όλες μέσα στον Οκτώβρη του 1964:
Καταφατικός για την ελληνοπρέπεια του αποτελέσματος, ο Απόστολος Κώστιος (1935-2021) στη «Δημοκρατική Αλλαγή»:
«Ωραίες εναλλαγές απλών ελληνοπρεπέστατων ρυθμών γεμάτες από συγκρατημένο βουβό πόνο αλλά και από ηρωικό μεγαλείο, δίνουν με τον χαρακτηριστικό τονισμό τους τον ανασασμό μιας βασανισμένης πένθιμης πορείας των Παθών που η έντασί τους κορυφώνεται με μια ομαδική απαγγελία του ΧΟΡΟΥ, που τελικά μαζί με τον ψάλτη προαναγγέλλουν το "ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ"».
Ενοχλημένος από τη χρήση των λαϊκών οργάνων, ο συνθέτης και αρχιμουσικός Γεώργιος Σκλάβος (1888-1976), στην «Ημέρα»:
«Ο κ. Θεοδωράκης χαρακτηρίζει το έργον του ως ορατόριον, και δικαίως. Είναι μάλιστα, αν θέλετε, ορατόριον υπό την αρχικήν μορφήν του είδους. Διότι χρησιμοποιεί, εις ευρείαν κλίμακα - όπως τα αρχαιότερα ορατόρια - τον "αναγνώστην" τον "αφηγητήν", όπως συνηθίζομεν να λέγωμεν τώρα ή μάλλον τον "historicus" κατά την λατινικήν ορολογίαν, διότι δημιούργημα της καθολικής εκκλησίας είναι το ορατόριον. Το "Αξιον εστί" των κ.κ. Ελύτη-Θεοδωράκη απομακρύνεται όμως, εξάλλου, σε αρκετά σημεία από το αυστηρόν ορατόριον. Διότι είναι κράμα θρησκευτικών ή μυστικοπαθών διαθέσεων, με πολλάς αναλαμπάς λαϊκού περιεχομένου, είναι έργον με πολλήν φιλοσοφικήν διάθεσιν, το οποίον όμως κατεβαίνει συχνά έως τον λαόν, πράγμα που αναγκάζη τον συνθέτην να ομιλή, στο μεγαλύτερων μέρος, την λαϊκήν γλώσσαν και σπανίως να φιλοσοφή μουσικώς - αν επιτρέπεται η έκφρασις - όπως το ποιητικόν κείμενον. Αυτόν είναι ίσως και το μόνον μειονέκτημα του "Αξιον εστί" δυστυχώς, όμως τα λαϊκά όργανα, δεν αργούν να ακουσθούν και πάλιν και η σοβαρά μουσική ατμόσφαιρα να χαθή και πάλιν».
Ο επιφυλλιδογράφος Δημήτρης Ψαθάς, σε θερμό χαιρετισμό με τον συνθέτη (Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη) |
«Οσο για τη γενικώτερη εντύπωση που αποκομίσαμε από την μουσική του "Αξιον Εστί", αυτή θα μπορούσαμε να τη εκφράσουμε με μια λέξη: κατάθλιψη. Δεδομένου δε ότι το έργο του κ. Ελύτη αναφέρεται στο έπος της Αλβανίας, που πολλοί από εμάς το ζήσαμε, και σε αγώνες όπου, αν έπεφτε πάνω τους βαρειά η σκιά της καταθλίψεως, ωστόσο είχαν και τις φωτεινές, τις υπέροχες αναλαμπές τους, βρίσκομε ολότελα αταίριαστη αυτή την κατάθλιψη και την κακομοιριά. Θα προσθέσομε επίσης, ειδικά σχετικά με την εκτέλεση του έργου, ότι όταν διακηρύσση κανείς ότι απορρίπτει τα "μπετόν" και τα "νάϋλον", δείχνεται ολότελα ασυνεπής όταν ταυτόχρονα χρησιμοποιεί ηλεκτρικά μικρόφωνα και άλλες συσκευές, μέσω των οποίων το νταούλι παύει να είναι νταούλι και το μπουζούκι παύει να είναι μπουζούκι. Και μάλιστα σε μια αίθουσα που τόσο το θέατρο όσο και η μουσική προσφέρονται χωρίς να απαιτείται η διόγκωση της φωνής ή του ήχου».
Αρνητική είναι η κρίση της Αλεξάνδρας Λαλαούνη (1894-1974), στη «Βραδυνή»:
«Αν η Εισαγωγή υπόσχεται κάτι, στη συνέχεια του έργου, δεν υπάρχει καμιά ποικιλία, το όλο ξετυλίγεται πάντα στην ίδια κλίμακα, με κάποιες αλλαγές μονάχα στο ρυθμό που τονίζουν τα τύμπανα παιζόμενα σαν νταούλια και μερικές άγριες συγχορδίες του πιάνου. Στον ακροατή έρχονται απηχήσεις απ' τα "Κάρμινα" του Ορφ, από βυζαντινά μέλη, από ρεμπέτικα κλαυθμηρά τραγούδια και λιγάκι Χατζιδάκις. Για να δώσει πιο έντονο το "λαϊκό χρώμα" ο κ. Θεοδωράκης, εκτός από νταούλια, προσθέτει μπουζούκια, κιθάρες, μαντολίνο και σαντούρι που είναι ηλεκτρικά και σκεπάζουν συχνά με τον οξύτατο ήχο τους τη Μικρή Ορχήστρα Αθηνών που συμμετέχει στην εκτέλεση».
Το λαϊκό ορατόριο κυκλοφορεί και σε έκδοση με παρτιτούρα, που απευθύνεται στους γνώστες της μουσικής (Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη) |
«Καταφεύγοντας κατ' ανάγκην στην γλώσσα της σύγχρονης ψυχοδιαγνωστικής θα λέγαμε πως αυτά τα ξεσπάσματα, τα όλως ατεκμηρίωτα (αν ήσαν τεκμηριωμένα, θα τα σεβόμαστε απολύτως ακόμη κι αν δεν συμφωνούσαμε μαζί των) όταν δεν προέρχωνται από κάποιον 20 ετών έφηβο, σημαίνουν κάποιο ψυχολογικό πλέγμα. (Ο Μίκης Θεοδωράκης πλησιάζει τα σαράντα...)».
Ειρωνικά αποδομεί το λαϊκό ορατόριο:
«Το πρώτο μέρος (...) μάς οδηγεί σε ύδατα ντεμπυσσίζοντα που δεν παρουσιάζουν κανένα μυστήριο για τον πλοηγό. (...) Τα Πάθη είναι μια διαδοχή σύντομων κομματιών, γραμμένων σε απλοϊκήν εναλλαγή δυο "στυλ" διαμετρικά αντιθέτων μεταξύ τους. Του στυλ μιας όχι και τόσο σύγχρονης Δυτικής μουσικής (...) που το λεξιλόγιό της έχει ήδη αφόρητα εκλαϊκεύσει η μουσική για φιλμ, και του όντως προσωπικού ύφους των λαϊκών τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη, των συνήθως ερμηνευομένων από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση - ενός ύφους που στο έργο αυτό όμως δεν εμφανίζεται και πολύ ανανεωμένο».
Η κριτική - καταπέλτης του Γιώργου Λεωτσάκου στην «Καθημερινή» (Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη) |
ΥΓ. Εκατόν δέκα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του Λευτέρη Παπάζογλου (1915-2013), συνθέτη και στιχουργού του Υμνου του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Στο κάτεργο της Γιούρας διευθύνει χορωδία του πρώτου όρμου. Η κατασκευή μουσικών οργάνων η δεξιοτεχνία του, ενώ η συγγραφή βιβλίων για τη μουσική η παιδευτική εμμονή του.
Ο συνθέτης και στιχουργός του ύμνου του ΔΣΕ Λευτέρης Παπάζογλου (Αρχείο «Ριζοσπάστη») |