Στο 54% οι συνολικοί νέοι δασμοί των ΗΠΑ στην Κίνα, στο 20% στην ΕΕ
Διαβουλεύσεις σε όλο τον πλανήτη προκάλεσαν οι ανακοινώσεις της Ουάσιγκτον (φωτ. από χτεσινή συνάντηση Μακρόν με Γάλλους επιχειρηματίες) |
Στον πυρήνα των νέων μέτρων βρίσκεται η προσπάθεια της Ουάσινγκτον να διασφαλίσει τα συμφέροντα των αμερικανικών μονοπωλίων στον διεθνή ανταγωνισμό, όπως και η εντεινόμενη προσπάθεια των ΗΠΑ και όλων των πλευρών σε μία περίοδο πολεμικής προπαρασκευής να στηρίξουν τη δική τους καπιταλιστική παραγωγή, μειώνοντας «εξαρτήσεις» από άλλα καπιταλιστικά κέντρα, «συμμαχικά» και αντίπαλα.
Ισχυριζόμενος χαρακτηριστικά ότι «για δεκαετίες, η χώρα μας έχει λεηλατηθεί και καταληστευτεί από φίλους και εχθρούς εξίσου», ο Αμερικανός Πρόεδρος περιέγραψε τα νέα μέτρα ως «Διακήρυξη οικονομικής ανεξαρτησίας» των ΗΠΑ και δήλωσε ότι το «χρυσό μέλλον της Αμερικής» θα «χτιστεί με αμερικάνικα χέρια και αμερικάνικο ατσάλι».
Με βάση τις ανακοινώσεις και τα διατάγματα του Ντ. Τραμπ, επιβάλλεται αρχικά γενικός δασμός 10% σε όλες τις εισαγωγές από άλλες χώρες στις ΗΠΑ.
2025 The Associated Press. All |
Ο Αμερικανός Πρόεδρος ανακοινώνει τα μέτρα με πίνακες για τους δασμούς όπως διαμορφώνονται ανά χώρα |
Ετσι, επιβάλλεται πρόσθετος δασμός 34% στην Κίνα, επιπλέον των δασμών 20% που επιβάλλει νωρίτερα φέτος η κυβέρνηση Τραμπ στις εισαγωγές από την Κίνα, ανεβάζοντας συνολικά τους νέους δασμούς στο 54%.
Πλέον, ο μέσος δασμός των ΗΠΑ στα κινεζικά προϊόντα θα είναι 76%, σύμφωνα με τον Τσαντ Μπράουν, ανώτερο συνεργάτη στο Peterson Institute for International Economics και επικεφαλής οικονομολόγο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ επί κυβέρνησης Μπάιντεν.
Την ίδια ώρα, υψηλοί δασμοί επιβάλλονται και σε «συμμάχους» των ΗΠΑ, ύψους 20% στην ΕΕ, 24% στην Ιαπωνία, 32% στην Ταϊβάν, 26% στη Νότια Κορέα, 17% στο Ισραήλ, 18% στις Φιλιππίνες.
Στην Ινδία επιβάλλεται δασμός 27%.
Αντίθετα, σε χώρες όπως οι Βρετανία, Τουρκία, Βραζιλία και Αυστραλία, οι νέοι δασμοί «έμειναν» στη βάση του 10%.
Χαρακτηριστικά, επιβεβαιώνοντας τις αντιθέσεις που μεγαλώνουν εντός του ευρωατλαντικού άξονα, ο Αμερικανός Πρόεδρος τόνισε ότι «τώρα θα χρεώσουμε την Ευρωπαϊκή Ενωση» γιατί «είναι πολύ σκληροί. Πολύ, πολύ σκληροί έμποροι. Ξέρετε, όταν σκέφτεστε την ΕΕ, (σκέφτεστε ότι) είναι πολύ φιλικοί, αλλά μας κλέβουν. Είναι τόσο λυπηρό να το βλέπεις. Είναι τόσο λυπηρό».
Στις επίσημες ανακοινώσεις που αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα του Λευκού Οίκου, αναφέρεται πως «ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κηρύσσει κατάσταση επείγουσας ανάγκης για να αυξήσει το ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα, να προστατεύσει την κυριαρχία μας και να ενισχύσει την εθνική και οικονομική μας ασφάλεια».
Οι δε νέοι δασμοί που ανακοινώθηκαν, πρόσθετα σε όσους από τις αρχές της χρονιάς η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη θέσει σε εφαρμογή για μια σειρά εισαγωγές (π.χ. αυτοκινήτων και εξαρτημάτων τους, εισαγωγών γενικά από Καναδά, Μεξικό, Κίνα, ΕΕ) ανακοινώθηκαν με χρήση της εξουσίας που δίνει στον Αμερικανό Πρόεδρο ο νόμος International Emergency Economic Powers Act (IEEPA) του 1977 «για να αντιμετωπίσει την εθνική έκτακτη ανάγκη που δημιουργείται από το μεγάλο και επίμονο εμπορικό έλλειμμα, το οποίο οφείλεται στην απουσία αμοιβαιότητας στις εμπορικές μας σχέσεις».
Ενδεικτικό δε της αποφασιστικότητας με την οποία η αμερικανική κυβέρνηση οξύνει την αντιπαράθεση για την υπεράσπιση των αμερικανικών μονοπωλίων, αλλά και την ετοιμότητα για παζάρια, είναι η προειδοποίηση ότι «οι δασμοί θα παραμείνουν σε ισχύ μέχρι ο πρόεδρος Τραμπ να καθορίσει ότι η απειλή που υπάρχει λόγω του εμπορικού ελλείμματος και η επικείμενη μη - αμοιβαία αντιμετώπιση ικανοποιηθεί, διευθετηθεί ή μετριαστεί». Αντίστοιχα τονίζεται και ότι «η σημερινή απόφαση με βάση τον IEEPA περιέχει επίσης και εξουσιοδότηση τροποποίησης, επιτρέποντας στο πρόεδρο Τραμπ να μειώσει τον (κάθε) δασμό αν οι εμπορικοί (μας) εταίροι λάβουν σοβαρά βήματα για να διορθώσουν τις μη αμοιβαίες εμπορικές ρυθμίσεις και να ευθυγραμμιστούν με τις ΗΠΑ σε ζητήματα οικονομίας και εθνικής ασφάλειας».
Στην ίδια βάση, λίγο μετά τις ανακοινώσεις Τραμπ, δηλώσεις έκανε και ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, «συστήνοντας» στις χώρες που δέχονται συνέπειες «συγκρατηθείτε, απορροφήστε το χτύπημα, περιμένετε να δείτε πώς θα εξελιχτεί η κατάσταση. Καθώς, αν ανταποδώσετε, θα υπάρξει κλιμάκωση».
Σε ανάρτησή του χτες, μετά τον πρώτο γύρο διεθνών αντιδράσεων, ο Τραμπ σχολίασε: «Η επέμβαση τελείωσε! Ο ασθενής έζησε και θεραπεύεται. Η πρόγνωση είναι ότι ο ασθενής θα είναι πολύ πιο δυνατός, μεγαλύτερος, καλύτερος και πιο ανθεκτικός από ποτέ...».
Μια σειρά επιχειρηματικές ενώσεις στις ΗΠΑ έσπευσαν να παινέψουν την κυβέρνηση για τα μέτρα της, όπως η Ενωση Κτηνοτρόφων Βοοειδών, η Ενωση Σιδηροβιομηχάνων, η Ενωση Βιομηχάνων Ηλεκτρικών Ειδών κ.ά.
Η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, μίλησε για «μέγιστο χτύπημα κατά της παγκόσμιας οικονομίας» που «θα υποφέρει μαζικά», τονίζοντας ότι «το κόστος της επιχειρηματικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ θα αυξηθεί δραματικά». Ανάμεσα σε άλλα μίλησε για «συνθετότητα και χάος που δημιουργείται καθώς επηρεάζονται όλοι οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ», προσθέτοντας ωστόσο ότι «ταυτόχρονα αναγνωρίζουμε ότι το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα έχει σοβαρές ανεπάρκειες».
Μάλιστα (σε μια έμμεση και προσεκτική πλην σαφή αναφορά στην Κίνα) έκρινε σκόπιμη τη στιγμή να αναφέρει ότι «συμφωνώ με τον Πρόεδρο Τραμπ, πως άλλοι επωφελούνται άδικα από τους σημερινούς κανόνες», δηλώνοντας μάλιστα «έτοιμη να στηρίξω οποιεσδήποτε προσπάθειες για να κάνουμε το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα να ταιριάζει στις πραγματικότητες της παγκόσμιας οικονομίας».
Κατέληξε ότι «από την αρχή έχουμε δηλώσει έτοιμοι να διαπραγματευτούμε με τις ΗΠΑ, για να απομακρύνουμε οποιαδήποτε εναπομείναντα εμπόδα στο διατλαντικό εμπόδιο» αλλά και ότι «ταυτόχρονα, είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε», ήδη «ολοκληρώνοντας το πρώτο πακέτο αντιμέτρων ως αντίδραση στους δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα» και «ήδη προετοιμάζουμε περαιτέρω αντίμετρα».
Σημειωτέον ότι ανέφερε επίσης και ότι «θα συνεχίσουμε να οικοδομούμε γέφυρες με όλους όσους όπως και εμείς ενδιαφέρονται για δίκαιο και βασισμένο σε κανόνες εμπόδιο στη βάση της αμοιβαίας ευημερίας».
Σε έντονο ύφος διατυπώθηκε η αντίδραση της Γαλλίας με τον Πρόεδρο, Εμ. Μακρόν, που συγκάλεσε χτες σύσκεψη με Γάλλους βιομήχανους για την «επόμενη μέρα», να μιλά για μια «βάναυση απόφαση», καλώντας τους Ευρωπαίους «να παραμείνουμε ενωμένοι και αποφασισμένοι σε αυτή τη φάση», αναφέροντας ότι «οι μεγαλύτεροι παίκτες θα τείνουν να δράσουν μόνοι τους ο καθένας, και αυτό δεν είναι καλή ιδέα».
Μεταξύ άλλων κάλεσε τις γαλλικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις ΗΠΑ να αναστείλουν όλα τα επενδυτικά τους σχέδια εκεί «μέχρι να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα με τις ΗΠΑ (...) γιατί ποιο θα ήταν το μήνυμα αν ευρωπαϊκοί μεγάλοι φορείς αρχίσουν να επενδύουν δισεκατομμύρια ευρώ στην αμερικανική οικονομία τη στιγμή που εκείνοι μας "χτυπούν"».
Ο δε Γάλλος πρωθυπουργός, Φρ. Μπαϊρού είπε ότι τα νέα μέτρα «δεν είναι μόνο μια επίθεση στις αρχές του διεθνούς εμπορίου: Είναι επίθεση στην ιδέα που είχαμε για τη συμμαχία μας με τις ΗΠΑ» και «της σταθερότητας του κόσμου, τουλάχιστον του δυτικού κόσμου».
Πιο «ήπια», η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, δήλωσε ότι «θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να επεξεργαστούμε μια συμφωνία με τις ΗΠΑ, ώστε να αποτρέψουμε εμπορικό πόλεμο ο οποίος θα αποδυνάμωνε αναπόφευκτα τη Δύση προς όφελος άλλων διεθνών παικτών», προσθέτοντας πάντως ότι «σε κάθε περίπτωση, όπως πάντα, θα ενεργήσουμε προς το συμφέρον της Ιταλίας και της οικονομίας της, συνεργαζόμενοι και με άλλους Ευρωπαίους εταίρους».
Ο Βρετανός πρωθυπουργός, Κιρ Στάρμερ, επανέλαβε ότι η χώρα θα «πολεμήσει» για να εξασφαλίσει μια εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ και να αμβλυνθεί το πλήγμα των δασμών, καθώς ο κόσμος εισέρχεται σε «μια νέα εποχή», διευκρινίζοντας ότι η κυβέρνηση θα απαντήσει με «ψυχραιμία». Ο υπουργός Εμπορίου Τζόναθαν Ρέινολντς υπογράμμισε ότι «οι ΗΠΑ είναι ο εγγύτερος σύμμαχός μας, η προσέγγισή μας συνίσταται στο να παραμείνουμε ήρεμοι».
Στη Βραζιλία, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι εξετάζονται «όλες οι πιθανές ενέργειες για να εξασφαλίσει την αμοιβαιότητα στο διμερές εμπόριο, συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, για την υπεράσπιση των νόμιμων εθνικών συμφερόντων», ενώ το βραζιλιάνικο κοινοβούλιο υιοθέτησε νόμο περί οικονομικής «αμοιβαιότητας» που δίνει στην κυβέρνηση τρόπους να ανταποδώσει τους δασμούς.
Ο καγκελάριος της Γερμανίας, Ολαφ Σολτς, είπε ότι «θα υπάρχουν μόνο χαμένοι», χαρακτηρίζοντας την απόφαση για την επιβολή των νέων μέτρων «θεμελιωδώς λανθασμένη» και «επίθεση εναντίον ενός εμπορικού συστήματος το οποίο σε μεγάλο βαθμό είναι αποτέλεσμα και αμερικανικών προσπαθειών», καταλήγοντας ότι «η Γερμανία και η Ευρώπη υποστηρίζουν το ελεύθερο εμπόριο και την συνεργασία και όχι την αντιπαράθεση και θα υπερασπιστούμε τα συμφέροντά μας».
Η Ενωση των γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών δήλωσε ότι «η ΕΕ καλείται τώρα να δράσει με ενιαίο τρόπο και την απαραίτητη ισχύ, συνεχίζοντας να στέλνει το μήνυμα πως έχει βούληση να διαπραγματευτεί».
Η γερμανική Ομοσπονδία χημικών βιομηχανιών VCI (που εκπροσωπεί κολοσσούς όπως η Bayer ή η BASF) ανακοίνωσε πως μια ενδεχόμενη «κλιμάκωση» το μόνο που θα έκανε θα ήταν να «χειροτερέψει τις ζημίες», καλώντας τις Βρυξέλλες να «παραμείνουν ευέλικτες στην αντίδρασή τους» και να συνεχίσουν «στενό διάλογο με την Ουάσιγκτον», καθώς κατ' αυτήν «ο στόχος πρέπει να είναι αμοιβαία δίκαιη λύση και για τα δυο μέρη» και η Γερμανία «δεν πρέπει να μετατραπεί σε έρμαιο εμπορικού πολέμου δίχως τέλος». «Οι ΗΠΑ υπήρξαν και παραμένουν κεντρικός εμπορικός εταίρος για τη Γερμανία», επιμένει ο φορέας.
Ο εκπρόσωπος της ιαπωνικής κυβέρνησης, Γ. Χαγιάσι, δήλωσε ότι «έχουμε σοβαρές ανησυχίες για το κατά πόσο συμμορφώνονται (σ.σ. οι νέοι δασμοί των ΗΠΑ) προς τους κανόνες του ΠΟΕ και την εμπορική συμφωνία ανάμεσα στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ».
Ο υπηρεσιακός Πρόεδρος της Νότιας Κορέας, Χαν Ντακ-σου είπε ότι ο παγκόσμιος εμπορικός πόλεμος «έχει γίνει πραγματικότητα» και η κυβέρνησή του θα αναζητήσει τρόπους για να «ξεπεράσει την εμπορική κρίση».
Η Ταϊβάν χαρακτήρισε την κίνηση «εξαιρετικά παράλογη», ενώ ο πρωθυπουργός Τσο Γιουνγκ-τάι είπε ότι θα προχωρήσει σε «σοβαρές δηλώσεις» προς τις ΗΠΑ.
Για «αδικαιολόγητους δασμούς» μίλησε και ο Αυστραλός πρωθυπουργός, Αντονι Αλμπανέζε, προσθέτοντας ωστόσο ότι η κυβέρνησή του δεν θα επιβάλει αμοιβαία μέτρα, αφού «δεν θα συμμετάσχουμε σε έναν αγώνα δρόμου προς τα κάτω που οδηγεί σε υψηλότερες τιμές και βραδύτερη ανάπτυξη».
Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνι, που έχει ήδη αντιδράσει έντονα στην επιβολή δασμών 25% στη μεγάλη πλειοψηφία των καναδικών εισαγωγών στις ΗΠΑ, δήλωσε ότι τα μέτρα θα «αλλάξουν θεμελιωδώς» το διεθνές εμπόριο και ότι «θα καταπολεμήσουμε αυτούς τους τελωνειακούς δασμούς με αντίμετρα».
Στο Ισραήλ, οικονομικοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι «θα είναι δύσκολα» μετά τα νέα μέτρα των ΗΠΑ, προσθέτοντας ότι «θα εργαστούμε για την αλλαγή της απόφασης» που χαρακτήρισαν «αδικαιολόγητη».
Η Κίνα, μέσω ανακοίνωσης του υπουργείου Εμπορίου, αντέδρασε προτρέποντας «τις ΗΠΑ να ακυρώσουν αμέσως τους μονομερείς τελωνειακούς δασμούς και να επιλύσουν με τον προσήκοντα τρόπο τις διαφορές τους με τους εμπορικούς εταίρους τους, μέσω ισότιμου διαλόγου», υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα «θέτουν σε κίνδυνο την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη».
Ο εκπρόσωπος του ΥΠΕΞ, Γκούο Ζιακούν, μίλησε για μέτρα που «παραβιάζουν σοβαρά τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και υπονομεύει το βασισμένο σε κανόνες πολυμερές εμπορικό σύστημα. Η Κίνα το απορρίπτει σθεναρά και θα κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για να υπερασπιστεί τα έννομα δικαιώματα και συμφέροντά μας». Εκτίμησε ακόμα ότι «ο προστατευτισμός δεν οδηγεί πουθενά».