Από κινητοποίηση των κομμουνιστών ενάντια στην καταστολή και στην αντιλαϊκή πολιτική |
Καθόλου τυχαία, στο στόχαστρο της επιχείρησης καταστολής βρέθηκαν δεκάδες μέλη, στελέχη και οπαδοί του TKP και της ΚΝ Τουρκίας.
Συλλήψεις κομμουνιστών έγιναν ακόμα και με επιδρομές σε σπίτια τους ξημερώματα, όπως των επικεφαλής των Επαρχιακών Οργανώσεων Κωνσταντινούπολης και Σακάρια.
Παράλληλα με την πάλη ενάντια στην καταστολή, οι δυνάμεις του TKP και της ΚΝ Τουρκίας δίνουν τη μάχη ενάντια στον εγκλωβισμό του λαού σε κάλπικα διλήμματα μεταξύ των αστικών δυνάμεων.
Οπως τόνισε σε τηλεοπτική του συνέντευξη ο ΓΓ της ΚΕ του ΤΚΡ Κεμάλ Οκουγιάν, η «καπιταλιστική τάξη» που υπάρχει στην Τουρκία «δεν μπορεί να κάνει διαχείριση χωρίς το CHP» και «αν η διακυβέρνηση του ΑΚΡ συνεχίζεται, αυτό οφείλεται και στην αντιπολίτευση (...) Το CHP είναι πολύ σημαντικό κόμμα για το σύστημα».
Επιπλέον, σε ανακοίνωση της ΚΕ του TKP υπογραμμίζεται: «Η Τουρκία βιώνει μια σοβαρή αναταραχή, με την κυβέρνηση, την αντιπολίτευση και τους θεσμούς της, που συνδέεται με τους συνεχιζόμενους βαθύτατους κλυδωνισμούς στη διεθνή σκηνή (...) Το Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας, φυσικά, λαμβάνει υπόψη του την πιθανότητα αυτές οι εξελίξεις να πυροδοτήσουν οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που θα επηρεάσουν τα θεμέλια της καπιταλιστικής τάξης. Γι' αυτόν τον λόγο αισθανόμαστε την ανάγκη να τονίσουμε τον στόχο της οργάνωσης μιας ανεξάρτητης και επαναστατικής γραμμής, ως ένα τρέχον και φλέγον καθήκον ώστε οι εργαζόμενοι να μην παγιδευτούν στην απόγνωση μπροστά στον ανταγωνισμό μεταξύ των πολυάριθμων τμημάτων των καθεστωτικών κομμάτων.
Από τη μια θα πάρουμε αποφασιστική θέση για να δυναμώσουμε την αντίσταση ενάντια στον σφετερισμό του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι και ενάντια σε ένα τετελεσμένο γεγονός στον Μητροπολιτικό Δήμο Κωνσταντινούπολης, και από την άλλη θα αγωνιστούμε για να βγει ένα ευρύτερο τμήμα της κοινωνίας από την υπνωτιστική επίδραση των συγκρούσεων μεταξύ διαφόρων τμημάτων, των κρυφών παζαριών και των υπολογισμών».
Ενταση της επιχείρησης τρομοκράτησης προμηνύουν και οι επιδρομές που έκανε η αστυνομία αργά το βράδυ της Πέμπτης και το πρωί της Παρασκευής σε ακαδημαϊκούς χώρους, όπως το Τεχνικό Πανεπιστήμιο Μέσης Ανατολής στην Κωνσταντινούπολη.
Οπως μετέδωσε και το «Sol», δυνάμεις καταστολής έκαναν έφοδο - ακόμα και με αστυνομικά οχήματα - σε χώρους του Τμήματος Φυσικής Αγωγής που τελούσαν υπό κατάληψη, ως διαμαρτυρία για τις συλλήψεις και την αστυνομική βία εναντίον διαδηλωτών τις προηγούμενες μέρες.
Αντίστοιχη «αντιμετώπιση» είχαν και φοιτητές που προχώρησαν σε συγκέντρωση έξω από το εμπορικό κέντρο Cevahir, φωνάζοντας συνθήματα όπως «Κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του, ή θα σωθούμε όλοι ή κανείς μας».
Σε ανακοίνωσή της για τις εξελίξεις στην Τουρκία, η Ευρωπαϊκή Κομμουνιστική Δράση επισημαίνει τα εξής:
«Η Ευρωπαϊκή Κομμουνιστική Δράση καταδικάζει τη βάναυση καταστολή και τις μαζικές συλλήψεις διαδηλωτών, δημοσιογράφων κ.ά., συμπεριλαμβανομένων μελών και στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας, που αντιτίθενται στις απαράδεκτες ενέργειες του τουρκικού κράτους σε σχέση με τη σύλληψη και την απομάκρυνση εκλεγμένων δημάρχων στην Κωνσταντινούπολη. Αυτές οι επιλογές εξυπηρετούν τα πολιτικά συμφέροντα της κυβέρνησης του ΑΚΡ και υπογραμμίζουν την κατάφωρη περιφρόνησή της για όλες τις δημοκρατικές διαδικασίες.
Η ΕΕ, το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ, που έχουν κάνει το τουρκικό κεφάλαιο στρατηγικό τους εταίρο για τα επικίνδυνα πολεμικά σχέδιά τους, καταβάλλουν συντονισμένη προσπάθεια να εκμεταλλευτούν τις κατασταλτικές μεθόδους της κυβέρνησης Ερντογάν για να προωθήσουν τους δικούς τους στόχους και συμφέροντα.
Είναι απαράδεκτο να προσπαθούν κυβερνητικοί κύκλοι να συκοφαντούν τις δικαιολογημένες διαμαρτυρίες του τουρκικού λαού.
Εκφράζουμε την πλήρη αλληλεγγύη μας προς το Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας, τα μέλη και τα στελέχη του και τους άλλους συλληφθέντες, και απαιτούμε την άμεση απελευθέρωσή τους και την άρση όλων των κατηγοριών σε βάρος τους. Απαιτούμε να κατοχυρωθεί το δικαίωμα του τουρκικού λαού στην ελεύθερη πολιτική και συνδικαλιστική δράση».
2025 The Associated Press. All |
Την ίδια ώρα ο τουρκικός λαός βρίσκεται στο στόχαστρο τόσο της εντεινόμενης κρατικής καταστολής ενάντια στις κινητοποιήσεις των εργαζομένων και της νεολαίας - με εκατοντάδες συλλήψεις διαδηλωτών, αστυνομικές επιδρομές σε σπίτια, σε εκπαιδευτικά ιδρύματα κ.λπ. - όσο και της επιχείρησης που δυναμώνει για τον εγκλωβισμό του σε κάλπικα αστικά διλήμματα.
Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το σοσιαλδημοκρατικό - κεμαλικό CHP, εξαπέλυσε νέες καταγγελίες την Παρασκευή για κυβερνητικό «πραξικόπημα κατά της δημοκρατίας» από την κυβέρνηση του AKP, μετά και τη σύλληψη του Μ. Πεχλιβάν (αφέθηκε αργότερα ελεύθερος υπό όρους), συνηγόρου του προφυλακισμένου Εκρέμ Ιμάμογλου, καθαιρεθέντος δημάρχου Κωνσταντινούπολης και υποψηφίου του CHP στις προεδρικές εκλογές.
Υπενθυμίζεται ότι ο Ιμάμογλου συνελήφθη και προφυλακίστηκε λίγες μέρες πριν πάρει επίσημα το «χρίσμα» του CHΡ, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για διαφθορά, ενώ σε βάρος του εκκρεμούν δίκες και έρευνες και για άλλες κατηγορίες, μεταξύ άλλων για «στήριξη τρομοκρατικής οργάνωσης» (του κουρδικού PKK).
Η ηγεσία του CHP καλούσε σε νέα μεγάλη διαδήλωση έξω από το δημαρχείο στην Κωνσταντινούπολη το Σάββατο, ανακοινώνοντας ότι ξεκινά την προεκλογική καμπάνια για τις προεδρικές εκλογές, ενώ ανήγγειλε επίσης την έναρξη συλλογής υπογραφών με αίτημα την προκήρυξη πρόωρων προεδρικών εκλογών, οι οποίες κανονικά είναι προγραμματισμένες για το 2028.
Οι σχεδόν 2.000 συλλήψεις μέσα στο τελευταίο 10ήμερο, οι αστυνομικές επιδρομές ακόμα και σε σπίτια, οι διώξεις συνδικαλιστών, η απαγόρευση συγκεντρώσεων αλλά και η επιστράτευση δακρυγόνων και πλαστικών σφαιρών για την «αποκατάσταση της τάξης» σε μια σειρά πόλεις αναζωπυρώνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια που «βράζει» εξαιτίας της πολιτικής που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις όλων των τελευταίων χρόνων: Την ώρα που οι Τούρκοι βιομήχανοι και άλλοι μεγαλοεπιχειρηματίες «ανησυχούν» για τη διασφάλιση των κερδών τους, τα λαϊκά στρώματα στενάζουν κάτω από τη συρρίκνωση των πραγματικών μισθών, την εμπορευματοποιημένη Υγεία και Παιδεία, την ανύπαρκτη αντισεισμική προστασία, τους πανάκριβους εξοπλισμούς υπέρ του ΝΑΤΟικού σχεδιασμού και των στόχων της τουρκικής αστικής τάξης κ.λπ.
Και ενώ ο Πρόεδρος της χώρας και επικεφαλής του ΑΚΡ Ρ. Τ. Ερντογάν κατηγόρησε το CHP για «τα περιστατικά που μετατράπηκαν σε βίαιο κίνημα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα», ο επικεφαλής του CHP Οζγκιούρ Οζέλ έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι το κόμμα του διεκδικεί στην πραγματικότητα ρόλο ικανότερου υπερασπιστή της ντόπιας πλουτοκρατίας.
Μιλώντας στο «CNN International», επεσήμανε ότι «εμείς υποστηρίζουμε την ενσωμάτωση της χώρας μας στη Δύση και μια ισχυρή συμμαχία με το ΝΑΤΟ» και επέκρινε την κυβέρνηση του ΑΚΡ για ενέργειες που «αποτελούν εμπόδιο και παρασύρουν την Τουρκία σε παράνομο μονοπάτι», καταλήγοντας με έμφαση ότι «οι σχέσεις μας με τις ΗΠΑ, την ΕΕ και άλλες δημοκρατικές χώρες θα πρέπει να συνεχιστούν με τη μορφή ανοιχτού διαλόγου».
Τις εξελίξεις παρακολουθούν στενά και οι επιχειρηματίες της χώρας, σχολιάζοντας (όπως έγινε μέσω μιας «προσεκτικής» ανακοίνωσης της TURKONFED - της Τουρκικής Συνομοσπονδίας Επιχειρήσεων, που εκπροσωπεί σχεδόν 100.000 εταιρείες, μέσω 31 Ομοσπονδιών και 373 Ενώσεων μελών) ότι «το κράτος δικαίου είναι η κοινωνική μας ασφάλιση» και ότι «οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων πρέπει να ενεργούν με υπευθυνότητα και μετριοπάθεια».
Ενδιαφέρον είχαν οι διατυπώσεις που χρησιμοποιήθηκαν σε μια σειρά διεθνείς αντιδράσεις, σε μια περίοδο που η κυβέρνηση Ερντογάν εντείνει παζάρια για τους όρους επέκτασης της συνεργασίας της τόσο με τις Βρυξέλλες όσο και με την Ουάσιγκτον, αλλά και ενώ τα τελευταία χρόνια «φουντώνουν» διεργασίες γύρω από τις συμμαχίες που θα ωφελήσουν περισσότερο τα συμφέροντα της τουρκικής αστικής τάξης (βλέπε διπλανή σελίδα).
Μόλις τη βδομάδα που πέρασε, ο Τούρκος ΥΠΕΞ Χ. Φιντάν έκανε επίσημη διήμερη επίσκεψη στις ΗΠΑ, ενώ δεν πάει ούτε μισός μήνας από όταν η ΕΕ τόνιζε πως «η Τουρκία πρέπει να αναγνωρίζεται ως κεντρικός εταίρος σε όλες τις προσπάθειες» για την αναβάθμιση ειδικά της «ευρωπαϊκής άμυνας».
Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ, Μ. Ρούμπιο, δήλωσε μόλις στα τέλη της βδομάδας ότι «έχουμε εκφράσει τις ανησυχίες μας», σπεύδοντας να συμπληρώσει ότι «δεν μας αρέσει να βλέπουμε τέτοια αστάθεια στη διακυβέρνηση μιας χώρας που είναι τόσο στενός σύμμαχος», αλλά και να επισημάνει ότι ο Τραμπ είχε «πολύ καλή σχέση εργασίας με τον κ. Ερντογάν κατά την πρώτη του θητεία» και θέλει να «αποκατασταθεί», αφού «αυτοί (σ.σ. η Τουρκία) είναι σύμμαχοι στο NATO. Θέλουμε να συνεργαστούμε μαζί τους στη Συρία και αλλού».
Αλλά και ο Γάλλος Πρόεδρος Εμ. Μακρόν έκρινε σκόπιμο να σημειώσει μέσα σε αυτές τις συνθήκες ότι «η Τουρκία χρειάζεται την Ευρώπη και η Ευρώπη χρειάζεται την Τουρκία», προσθέτοντας βέβαια ότι «η Ευρώπη χρειάζεται όμως μια Τουρκία που αναλαμβάνει τις ευθύνες της για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, (και) συνεχίζει τη δημοκρατική της πορεία σεβόμενη τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει».
Είχε άλλωστε προηγηθεί και δήλωση της ύπατης εκπροσώπου, Κάγια Κάλας, στην οποία εκφράστηκαν προβληματισμοί για «την προσήλωση της Τουρκίας» στη ...«μακροχρόνια δημοκρατική της παράδοση»...
Ενώ και ο εκπρόσωπος της Κομισιόν, Γκιγιόμ Μερσιέ, αρνήθηκε «να κάνει οποιαδήποτε εικασία πάνω σε πιθανές αναβολές» των συναντήσεων ΕΕ - Τουρκίας Υψηλού Επιπέδου που προγραμματίζονται για το επόμενο διάστημα.
Αλλά και ο εκπρόσωπος του βρετανικού ΥΠΕΞ ανέφερε μεν ότι «αναμένουμε σεβασμό για τις διεθνείς δεσμεύσεις που μοιραζόμαστε» με την Τουρκία, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο στην ίδια ανακοίνωση ότι «μοιραζόμαστε μια ισχυρή και σημαντική σχέση με την Τουρκία».
Σε απάντηση που έδωσε σε ερώτημα για την κατάσταση στην Τουρκία ο εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης, Π. Μαρινάκης, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «οφείλονται πειστικές απαντήσεις για κάθε επικαλούμενη παραβίαση» πολιτικών ελευθεριών.
Η επιδίωξη της «στρατηγικής αυτονομίας» και οι προσαρμογές στην οικονομία και στις διεθνείς σχέσεις
Οι εμπορικές σχέσεις Τουρκίας - ΕΕ παρουσιάζουν μια ισορροπία, σε αντίθεση με τις ρωσοτουρκικές και σινοτουρκικές, που είναι συντριπτικά υπέρ των πρώτων |
Υπάρχουν όμως αναλύσεις στον διεθνή Τύπο που σκιαγραφούν τις μεγάλες ενδοαστικές αντιθέσεις πίσω από τις σημερινές εξελίξεις, οι οποίες βέβαια δεν προέκυψαν από το πουθενά. Αντίθετα, εδράζονται στη σύγκρουση τμημάτων της τουρκικής αστικής τάξης για στρατηγικές επιλογές του κράτους στην οικονομία και στις διεθνείς συμμαχίες.
Ταυτόχρονα, δίνουν έμφαση στη χρονική συγκυρία κατά την οποία ξέσπασαν τα τελευταία γεγονότα, συνδέοντάς την με την προσπάθεια της Τουρκίας να αναβαθμίσει τον περιφερειακό της ρόλο. Ξεχωρίζουν συγκεκριμένα την εκλογή Τραμπ και την κρίση στις ευρωατλαντικές σχέσεις, την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και την όξυνση των σχέσεων με το Ισραήλ, την επικράτηση των τζιχαντιστών στη Συρία, αλλά και το παζάρι για διευθετήσεις σε Κυπριακό - Ελληνοτουρκικά.
Οπως σημειώνει σε έκθεσή του το αμερικανικό «Middle East Institute», η Τουρκία, έχοντας υιοθετήσει στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας μία πολιτική «στρατηγικής αυτονομίας», επέκτεινε το στρατιωτικό της αποτύπωμα στην περιοχή: «Επιδίωξε αυτονομία από τη Δύση, αλλά και μεγαλύτερη επιρροή. Η Τουρκία εξαπέλυσε στρατιωτικές επιδρομές στη Συρία και στο Ιράκ, έστειλε στρατιωτικές προμήθειες και μαχητές στη Λιβύη και ανέπτυξε το Ναυτικό της στην Ανατολική Μεσόγειο για να στηρίξει τις τουρκικές περιφερειακές διεκδικήσεις».1
Ωστόσο, όπως τονίζει το «Carnegie Endowment for International Peace» (CEIP), η επιδίωξη της «στρατηγικής αυτονομίας» έχει ευρείες επιπτώσεις, «είτε πρόκειται για τον ρόλο της Τουρκίας ως μέλους του ΝΑΤΟ, είτε για τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, είτε για τις οικονομικές της συνεργασίες με την Κίνα και τη Ρωσία», καθώς «ταλαντεύεται επιδεικτικά μεταξύ των δυνάμεων», στην προσπάθειά της να μετατραπεί σε έναν περιφερειακό πόλο ισχύος.2
Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών παγκοσμίως, οι αντιθέσεις στο εσωτερικό της τουρκικής αστικής τάξης έχουν οξυνθεί. Το «Istanbul Policy Center» (IPC) υπογραμμίζει ότι «μεσαίες δυνάμεις όπως η Τουρκία» γίνονται «πιο διεκδικητικές και ενεργές», όμως «οι παγκόσμιες μεταβάσεις ισχύος απαιτούν επίσης προσοχή και προσεκτική διαχείριση των κινδύνων, καθώς οι συστημικοί κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες ενδέχεται να αυξηθούν»3.
Το τουρκικό «think tank» εξηγεί ότι η επιδίωξη της «στρατηγικής αυτονομίας» γίνεται σε σχέση με τρεις βασικούς τομείς - την ασφάλεια / διπλωματία, το Εμπόριο / επενδύσεις και την Ενέργεια - και δεν έχει ολοκληρωθεί. «Αντιθέτως, η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με τρωτά σημεία σε θέματα ασφάλειας, οικονομίας και πολιτικής, τα οποία προκλήθηκαν από την επιδίωξη της στρατηγικής αυτονομίας», σημειώνει.
Ετσι, «για πρώτη φορά στη σύγχρονη Ιστορία της η Τουρκία είχε ταυτόχρονες διπλωματικές ρήξεις με τη Συρία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, την Ελλάδα, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς και με τους δυτικούς παράγοντες.
Οι προκλήσεις της εξωτερικής πολιτικής επιδείνωσαν επίσης τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπιζε η τουρκική οικονομία. Η χώρα βίωσε δύο μεγάλα νομισματικά σοκ, το 2018 και το 2021, τα οποία αποσταθεροποίησαν το εγχώριο νόμισμα, και ενώ η τουρκική κυβέρνηση διατήρησε θετική οικονομική ανάπτυξη, αυτό έγινε σε βάρος του αυξανόμενου εξωτερικού χρέους και της σημαντικής πιστωτικής επέκτασης. Το εμπορικό έλλειμμα της Τουρκίας αυξήθηκε το 2022 σε επίπεδα ρεκόρ, 110 δισ. δολαρίων».
Σε αυτήν την επιδίωξη ξεχωριστό ρόλο διαδραματίζουν οι σχέσεις που έχει αναπτύξει η Τουρκία με δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα, ωστόσο τα οικονομικά οφέλη υπολείπονται πολύ αυτών που αποκομίζει η Τουρκία από τις σχέσεις με τους παραδοσιακούς Ευρωατλαντικούς «συμμάχους» της.
Οσον αφορά τη Ρωσία, το CEIP υπογραμμίζει ότι ενώ οι εμπορικές σχέσεις έχουν εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια, ιδίως στην Ενέργεια και στις Κατασκευές, οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει μια σχέση «ανταγωνιστικής συνεργασίας», καθώς «υποστηρίζουν σχεδόν πάντα διαφορετικές πλευρές στις περιφερειακές συγκρούσεις», όπως στη Συρία ή στη σύγκρουση στο Ναγκόρνο - Καραμπάχ.
Οι εισαγωγές Ενέργειας αποτελούν σημαντικό μέρος των ελλειμμάτων του εξωτερικού εμπορίου της Τουρκίας, η οποία εξαρτάται από εξωτερικές πηγές για τα 3/4 σχεδόν των ενεργειακών της αναγκών. Με την τουρκική οικονομία να αναπτύσσεται σημαντικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η χώρα έχει την ταχύτερα αυξανόμενη ζήτηση Ενέργειας μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.
Ωστόσο, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είχε σημαντικό αντίκτυπο στην ενεργειακή πολιτική της Τουρκίας, καθώς υπήρξε αναδιαμόρφωση των διεθνών ενεργειακών ροών. Ο πόλεμος οδήγησε σε σημαντική αύξηση του διμερούς εμπορίου μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, από 34,7 δισ. δολάρια το 2021 σε 68 δισ. το 2022. Ο συνολικός όγκος του εμπορίου μειώθηκε στα 56,5 δισ. το 2023, αλλά παρέμεινε σημαντικά υψηλότερος σε σύγκριση με πριν το 2022.
Οι εισαγωγές Ενέργειας της Τουρκίας από τη Ρωσία αυξήθηκαν επίσης, από 14 δισ. δολάρια το 2021 σε 30 δισ. το 2023. Ως εκ τούτου, ο κύριος μοχλός του αυξανόμενου διμερούς εμπορίου μεταξύ Αγκυρας και Μόσχας ήταν οι ενεργειακές εισαγωγές της Τουρκίας από τη Ρωσία, οδηγώντας σε σημαντικά εμπορικά ελλείμματα.
Η Τουρκία επιδιώκει επίσης να εμβαθύνει την οικονομική συνεργασία με την Κίνα. Μαζικά έργα υποδομής στην Τουρκία έχουν ανατεθεί σε κινεζικές εταιρείες, με εμβληματικότερο τον σιδηρόδρομο υψηλής ταχύτητας Αγκυρας - Κωνσταντινούπολης.
Η τουρκική κυβέρνηση υπέγραψε συμφωνία με την κινεζική εταιρεία κατασκευής ηλεκτρικών οχημάτων BYD, η οποία προβλέπεται να επενδύσει σε ένα εργοστάσιο αυτοκινήτων αξίας 1 δισ. δολαρίων στην Τουρκία. Επιπλέον, για να προσελκύσει άμεσες ξένες επενδύσεις από την Κίνα η Τουρκία προσχώρησε στην πρωτοβουλία «Belt and Road» του Πεκίνου. Στο ίδιο πνεύμα, η Αγκυρα έχει εκφράσει την επιθυμία της να γίνει μέλος των BRICS+ και του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης.
Οπως τονίζει το IPC όμως, «παρά το γεγονός ότι η Τουρκία προσχώρησε στην πρωτοβουλία "Belt and Road" με μεγάλες ελπίδες, δεν έχει προσελκύσει σημαντικές ξένες επενδύσεις από την Κίνα».
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας από το 2022, το συνολικό απόθεμα επενδύσεων της Κίνας στην Τουρκία έφτασε τα 8,6 δισ. δολάρια, ένα ελάχιστο ποσό σε σύγκριση με τις «δυτικές» χώρες.
Σύμφωνα με την έκθεση του «Economist Intelligence Unit» η Τουρκία κατατάσσεται στην 72η θέση ως επενδυτικός προορισμός για τους Κινέζους επενδυτές. Η έκθεση αναφέρει ότι η Τουρκία «έχει χάσει τη γοητεία της για τους Κινέζους επενδυτές, λόγω ενός απρόβλεπτου τοπίου εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής».
«Από οικονομικής άποψης η μορφή στρατηγικής αυτονομίας της Αγκυρας δεν είναι βιώσιμη», τονίζει το CEIP. «Η ΕΕ παραμένει μακράν ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας, με το (σ.σ. συνολικό) εμπόριο να φτάνει τα 310 δισεκατομμύρια δολάρια το 2023. Και, σημειωτέον, οι τουρκικές εξαγωγές ήταν ύψους 153 δισ. δολαρίων ενώ οι εξαγωγές της ΕΕ προς την Τουρκία ανήλθαν σε 160 δισ. δολάρια, παρουσιάζοντας μια συμμετρική κατανομή».
Συγκριτικά, το εμπόριο με τη Ρωσία και τις χώρες των BRICS κλίνει έντονα υπέρ τους, επιδεινώνοντας το ήδη σοβαρό εμπορικό έλλειμμα. Για παράδειγμα, το 2023 οι εισαγωγές της Τουρκίας από την Κίνα (43 δισ. δολάρια) ήταν 12 φορές περισσότερες από τις εξαγωγές της (3,5 δισ. δολάρια).
Η τουρκική αστική τάξη επιδιώκει να αξιοποιήσει τη στρατηγική γεωγραφική θέση της χώρας προκειμένου να μετατραπεί σε «κόμβο συνδεσιμότητας» μεταξύ Ευρώπης, Ασίας, Μέσης Ανατολής και Καυκάσου, μέσω θαλάσσιων και χερσαίων οδών.
Σε αυτό το πλαίσιο, μεταξύ 2011 και 2022 η κυβέρνηση ολοκλήρωσε έργα που περιλάμβαναν περισσότερα από 45 δισ. δολάρια για αεροδρόμια, 44 δισ. για ηλεκτρική ενέργεια και σχεδόν 23 δισ. για δρόμους. Ο σχεδιασμός αυτός όμως συγκρούεται με ανταγωνιστικά σχέδια, ακόμα και συμμάχων της τουρκικής αστικής τάξης.
Για παράδειγμα, η κυβέρνηση Μπάιντεν των ΗΠΑ είχε πρωτοστατήσει στην προώθηση του Οικονομικού Διαδρόμου Ινδίας - Μέσης Ανατολής - Ευρώπης (IMEC) το 2023, για τη σύνδεση Ασίας, Περσικού Κόλπου και Ευρώπης.
Οι χώρες που συμμετέχουν υπέγραψαν μνημόνιο κατανόησης στο Νέο Δελχί κατά τη Σύνοδο Κορυφής του G20, ωστόσο η πρωτοβουλία έχει παγώσει, καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη ο πόλεμος στη Γάζα και σε όλη τη Μέση Ανατολή. Η Τουρκία δεν προσκλήθηκε σε αυτό το σχέδιο, το οποίο περιλαμβάνει την Ινδία, το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία, την Ελλάδα και την ΕΕ.
Αντ' αυτού, η τουρκική κυβέρνηση προώθησε το έργο «Iraq Development Road Project», το οποίο στοχεύει να συνδέσει την περιοχή του Κόλπου και την Τουρκία με σιδηροδρόμους, αυτοκινητόδρομους και λιμάνια, περνώντας από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και το Ιράκ.
Προωθεί επίσης το άνοιγμα του διαδρόμου Zangezur, μιας διαδρομής που συνδέει το Αζερμπαϊτζάν και την Τουρκία μέσω των συνόρων της Αρμενίας με το Ιράν (Ναχιτσεβάν). Η τουρκική κυβέρνηση αποδίδει μεγάλη σημασία στον διάδρομο Zangezur για τον επιπλέον λόγο ότι οι σιδηρόδρομοι και οι δρόμοι που θα κατασκευαστούν θα συνδέσουν την Τουρκία με την Κεντρική Ασία, τη Ρωσία και την Κίνα μέσω του Αζερμπαϊτζάν.
Το «σταυροδρόμι» στο οποίο βρίσκεται η Τουρκία επηρεάζει άμεσα και τον τομέα της πολεμικής βιομηχανίας, που αποτελεί σημαντικό πυλώνα της τουρκικής οικονομίας αλλά και καθοριστικό παράγοντα για τη γεωπολιτική ισχύ της.
Οπως σημειώνει ανάλυση του «International Institute for Strategic Studies», «η αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας επηρεάζεται άμεσα από τον προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής της χώρας και τώρα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν τα επόμενα χρόνια θα διαμορφώσουν το μέλλον του εξοπλιστικού της τομέα για τις επόμενες δεκαετίες. Υπάρχουν δύο κρίσιμα ζητήματα που πρέπει να αξιολογήσουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής: Ποιες χώρες θα πρέπει να είναι οι στενότεροι εταίροι της Τουρκίας και σε ποιους τομείς της αμυντικής βιομηχανίας θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα».4
Τα ζητήματα αυτά αποκτούν επιπρόσθετο βάρος καθώς η ΕΕ προωθεί τη μετάβαση στην πολεμική οικονομία. «Σήμερα» - αναφέρει το CEIP - «η συζήτηση συνεχίζεται μεταξύ εκείνων των ευρωπαϊκών χωρών που επιδιώκουν την περαιτέρω αμυντική ολοκλήρωση της ΕΕ ως πολιτικό στόχο και εκείνων που επιδιώκουν την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας με όλα τα διαθέσιμα μέσα. Το τελευταίο στρατόπεδο είναι πιο ανοιχτό στην τουρκική συμμετοχή σε διακυβερνητικά σχέδια δυνατοτήτων, όπως η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την πυραυλική ασπίδα, την οποία συντονίζει η Γερμανία και στην οποία εντάχθηκε η Τουρκία. Και παρόλο που η ΕΕ επί του παρόντος δεν επικεντρώνεται στις επιχειρησιακές πτυχές της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Αμυνας, η Τουρκία έχει συμβάλει σημαντικά στις επιχειρήσεις ασφάλειας και άμυνας υπό την ηγεσία της ΕΕ στο παρελθόν, και ο δοκιμασμένος στη μάχη στρατός της θα αποτελούσε πλεονέκτημα για κάθε μελλοντικό ευρωπαϊκό στρατιωτικό συνασπισμό, ιδίως στη νότια γειτονιά».
Παραπομπές:
3.https://ipc.sabanciuniv.edu/Content/Images/CKeditorImages/20240301-10034255.pdf
4. https://www.iiss.org/research-paper/2024/11/turkiyes-defence-industry-which-way-forward/
Αυξήσεις στις αποδοχές των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων ανακοίνωσε την Παρασκευή ο υπουργός Αμυνας Ν. Δένδιας, εν μέσω πολεμικής προπαρασκευής στην ΕΕ και νέας φουρνιάς εξοπλισμών - μαμούθ. Οπως είπε, «θα λάβουν εντός των επόμενων λίγων μηνών αυξήσεις στις μηνιαίες αποδοχές τους που θα κυμαίνονται από 13% έως 20% και πλέον». Επίσης, «οι αυξήσεις θα εξαρτώνται από τον βαθμό, τη θέση ευθύνης, την άσκηση διοίκησης και την κατηγορία».
Είχε προηγηθεί η σφαγή - αποστρατεία σχεδόν 1.700 στελεχών, εξ ου και ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης πανηγύριζε σχετικά ότι οι αυξήσεις στις αποδοχές «σε μεγάλο βαθμό χρηματοδοτούνται από τις εξοικονομήσεις οι οποίες έγιναν από το ίδιο το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, στο πλαίσιο της νέας δομής των δυνάμεων», ενώ και ο Δένδιας τόνιζε σχετικά ότι «το 60% περίπου της ενίσχυσης είναι αποτέλεσμα της εξοικονόμησης που δημιουργείται στο υπουργείο από τον εξορθολογισμό της δομής και της λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων».
Στο μεταξύ, δεν βρήκαν μία για το πολιτικό προσωπικό. Ο υπουργός τούς παρέπεμψε στις ελληνικές καλένδες («επεξεργαζόμαστε τρόπους ενίσχυσης των αποδοχών και του πολιτικού προσωπικού, που από την πλευρά του συμβάλλει κι αυτό στον τομέα της άμυνάς μας»), ενώ κουβέντα δεν βρήκε να πει για τους οπλίτες, ναύτες και σμηνίτες θητείας, που «αμείβονται» με ...8,70 ευρώ μηνιαίως, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις λαϊκές οικογένειες, που ουσιαστικά αναλαμβάνουν τη συντήρησή τους.
Σε ανακοίνωσή του για τις αυξήσεις, το Γραφείο Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ σημειώνει: «Η κυβέρνηση της ΝΔ, μέσω των αυξήσεων που ανακοίνωσε και οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν αντιμετωπίζουν το αυξημένο κόστος ζωής των στρατιωτικών και των οικογενειών τους, έχει ως βασικό στόχο να αποσπάσει τη συναίνεσή τους στην επικίνδυνη πολιτική της εμπλοκής της χώρας μας στα πολεμικά μέτωπα, η οποία θέτει σε μεγάλους κινδύνους τον ελληνικό λαό και φυσικά τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.
Καθόλου τυχαία, άλλωστε, η ανακοίνωση αυτών των αυξήσεων από τον πρωθυπουργό έγινε την ίδια ώρα που άφηνε ορθάνοιχτη την προοπτική αποστολής ελληνικών στρατευμάτων στην Ουκρανία, δηλώνοντας απλά ότι "δεν είμαστε έτοιμοι ακόμη".
Την ίδια ακριβώς στιγμή η κυβέρνηση της ΝΔ δαπανά δισεκατομμύρια ευρώ για τις πολεμικές ανάγκες του ΝΑΤΟ, συμμετέχει στο μοίρασμα 800 δισ. ευρώ στα μονοπώλια της πολεμικής βιομηχανίας της ΕΕ, δαπανά ήδη επί δώδεκα μήνες 500.000 ευρώ την ημέρα για τις εναλλασσόμενες φρεγάτες στην Ερυθρά Θάλασσα, στηρίζοντας τα συμφέροντα των εφοπλιστών και των εμπορικών μονοπωλίων.
Επίσης, η κυβέρνηση ανακοινώνει τεράστιες εξοπλιστικές προμήθειες (πολεμικά πλοία, πολεμικά αεροσκάφη, υποβρύχια, πυραυλικά συστήματα κ.ά.) για τους ίδιους σκοπούς. Και ενώ για την συμμετοχή στους πολέμους και τις ανάγκες του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ και της ΕΕ τα δισεκατομμύρια "τρέχουν", για τους στρατιωτικούς και τους στρατευμένους νέους δεν υπάρχουν πάρα μόνο "ασπιρίνες", την ώρα που η ακρίβεια ξετινάζει τον προϋπολογισμό των οικογενειών των στρατιωτικών, όπως εξάλλου και κάθε λαϊκής οικογένειας».
Τα ευρωπαϊκά κράτη και άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ετοιμάζονται να ξαναμοιράσουν τον κόσμο με τα όπλα
Οι οδηγίες πολέμου προς τους λαούς τις οποίες παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υπό τον τίτλο «Στρατηγική Προετοιμασίας της ΕΕ» (Preparedness Union Strategy), καθόλου τυχαία ήρθαν να πλαισιώσουν την επίσημη ανακήρυξη της οικονομίας της ΕΕ σε κατάσταση πολεμικής προετοιμασίας. Λίγες μέρες πριν είχε παρουσιαστεί η «Λευκή Βίβλος για την Ευρωπαϊκή Αμυνα» - «Ετοιμότητα 2030», με πυρήνα το πρόγραμμα «ReArm Europe», με τα 800 δισ. ευρώ για τα μονοπώλια της πολεμικής βιομηχανίας και για υποδομές χρήσιμες για στρατιωτικούς σκοπούς.
Η ΕΕ βάζει σε κατάσταση πολέμου κάθε πτυχή της ζωής του λαού, γιατί εκτός από όπλα χρειάζονται και άνθρωποι.
Ετσι, μαζί με τα μέτρα ενίσχυσης της «πολιτικο-στρατιωτικής συνεργασίας», της «στρατιωτικής κινητικότητας», της πολεμικής βιομηχανίας, της «αποθήκευσης κρίσιμων εξοπλισμών και υλικών», η «Στρατηγική Προετοιμασίας της Ενωσης για αναδυόμενες απειλές και κρίσεις» περιλαμβάνει και «οδηγίες επιβίωσης» προς τους λαούς, με πιο χαρακτηριστικές αυτές για επιβίωση των νοικοκυριών τις πρώτες 72 ώρες μιας «μεγάλης κρίσης».
Εκτός από την καλλιέργεια φόβου, εντείνεται και η απειλή της λαϊκής καταστολής, προτάσσεται η ανάγκη για μεγαλύτερη συνεργασία «πολιτών και στρατιωτικών αρχών», ενώ στρατιωτικοποιείται ακόμα περισσότερο η Πολιτική Προστασία.
Η «Στρατηγική Προετοιμασίας της Ενωσης» αποτελεί συνέχεια της έκθεσης Νιινίστο για την «Ενίσχυση της πολιτικής προστασίας και της στρατιωτικής ετοιμότητας της Ευρώπης», η οποία παρουσιάστηκε τον Οκτώβρη του 2024, προτρέποντας σε τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες και προτάσσοντας τη σύνδεση της «πολιτικής προστασίας», γενικότερα των μηχανισμών αντιμετώπισης κρίσεων, με την πολεμική προετοιμασία.
Οπως επισημαίνεται, η έκθεση Νιινίστο «κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση της πολιτικής και στρατιωτικής ετοιμότητας της Ευρώπης για την αντιμετώπιση των σημερινών αυξανόμενων προκλήσεων και μελλοντικών κρίσεων αποτελεί επείγον ζήτημα», που απαιτεί «βαθιά αλλαγή νοοτροπίας».
Από την πρώτη στιγμή η «Στρατηγική Προετοιμασίας» κάνει λόγο για έναν «μεταβαλλόμενο κόσμο», όπου τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων κινδυνεύουν να υποχωρήσουν ανεπιστρεπτί στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ «απειλούνται» από άλλους γεωπολιτικούς αντιπάλους, από αναδυόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και «συμμαχίες», με πυρήνα την Κίνα και την Ρωσία.
Χαρακτηριστικά, στους «αυξανόμενους κινδύνους» περιλαμβάνονται «ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, οι αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, οι κρατικά υποστηριζόμενες υβριδικές επιθέσεις και κυβερνοεπιθέσεις, τα σαμποτάζ που στοχεύουν κρίσιμες υποδομές, η χειραγώγηση πληροφοριών και η παρέμβαση από το εξωτερικό, ο ηλεκτρονικός πόλεμος», στοιχεία που «έχουν γίνει μόνιμο χαρακτηριστικό της σημερινής πραγματικότητας». Η σύγκρουση ανάμεσα στα αντίπαλα ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα παίρνει μορφές που απειλούν ήδη τους λαούς στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο.
«Είναι ένα κάλεσμα αφύπνισης για την Ευρώπη», αναφέρει το κείμενο της «Στρατηγικής» και, επιβεβαιώνοντας την άμεση σύνδεση όλων των παραπάνω με τις μεγάλες ανακατατάξεις στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, προσθέτει ότι «καμία από τις μεγάλες κρίσεις των τελευταίων ετών δεν ήταν απομονωμένη ή βραχύβια. Αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης τάσης που καθοδηγείται από τις μακροπρόθεσμες πολιτικές, οικονομικές, κλιματολογικές, περιβαλλοντικές και τεχνολογικές αλλαγές».
«Η στρατηγική μας αφορά την οικοδόμηση μιας ολοκληρωμένης εικόνας των απειλών που αντιμετωπίζουμε, την προετοιμασία των πολιτών, μεταξύ άλλων με τη βελτίωση της επίγνωσης των κινδύνων, την ενίσχυση της πολιτικο-στρατιωτικής συνεργασίας και τη στενότερη συνεργασία με εξωτερικούς εταίρους, συμπεριλαμβανομένου του ΝΑΤΟ», δήλωσε η ύπατη εκπρόσωπος Εξωτερικής Πολιτικής της ΕΕ Κάγια Κάλας.
Γι' αυτούς τους σκοπούς και τέτοιες «απειλές» κρίνεται «επείγουσα» η προετοιμασία του λαού να σηκώσει τα πολεμικά λάβαρα της αστικής τάξης, εντός και εκτός συνόρων, στο όνομα του «εθνικού συμφέροντος».
Εξάλλου, «έκτακτες καταστάσεις» για το καπιταλιστικό κράτος χαρακτηρίζονται «διαταραχές στη διακυβέρνηση, στην ασφάλεια, στην υγειονομική περίθαλψη, στην Ενέργεια, στις επικοινωνίες» και σε άλλες υπηρεσίες που συνδέονται «με τη δημόσια ασφάλεια, την οικονομική σταθερότητα και τους δημοκρατικούς θεσμούς».
Η «Στρατηγική Προετοιμασίας της Ενωσης» περιλαμβάνει 30 βασικές δράσεις και σχέδιο δράσης για την προώθηση των στόχων της.
Οι βασικοί στόχοι και δράσεις της Στρατηγικής περιλαμβάνουν:
-- Την «προστασία των βασικών κοινωνικών λειτουργιών της Ευρώπης», μεταξύ άλλων με «ενίσχυση της αποθήκευσης κρίσιμου εξοπλισμού και υλικών», ανάπτυξη «κριτηρίων ετοιμότητας» για υπηρεσίες όπως νοσοκομεία, σχολεία, μεταφορές και τηλεπικοινωνίες, και «ενίσχυση της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και της διαθεσιμότητας κρίσιμων φυσικών πόρων, όπως το νερό».
-- Την προώθηση της ετοιμότητας του πληθυσμού, «ενθαρρύνοντας το κοινό να λάβει πρακτικά μέτρα, όπως η διατήρηση βασικών προμηθειών για τουλάχιστον 72 ώρες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», καθώς και με ένταξη «μαθημάτων ετοιμότητας» στα σχολικά προγράμματα.
-- Την «ενίσχυση του συντονισμού αντιμετώπισης κρίσεων», με «δημιουργία κόμβου κρίσεων της ΕΕ».
-- Την «ενίσχυση της πολιτικο-στρατιωτικής συνεργασίας», με «διεξαγωγή τακτικών ασκήσεων ετοιμότητας σε επίπεδο ΕΕ, ενώνοντας τις Ενοπλες Δυνάμεις, την Πολιτική Προστασία, την Αστυνομία, την Ασφάλεια, τους εργαζόμενους στην Υγεία και την Πυροσβεστική», αλλά και με «διευκόλυνση των επενδύσεων διπλής χρήσης» (δηλαδή επενδύσεων «πολιτικής» και στρατιωτικής χρήσης).
-- Την «ενίσχυση των δυνατοτήτων πρόβλεψης» σε επίπεδο ΕΕ για την «πρόληψη κρίσεων».
-- Την «αύξηση της συνεργασίας δημόσιου - ιδιωτικού τομέα», καθώς όλα τα σφυριά πρέπει να βαράνε συντονισμένα στην κατεύθυνση της ολόπλευρης πολεμικής προετοιμασίας. Ετσι, μεταξύ άλλων προβλέπεται η «διαμόρφωση πρωτοκόλλων έκτακτης ανάγκης μαζί με τις επιχειρήσεις για τη διασφάλιση της ταχείας διαθεσιμότητας βασικών υλικών, αγαθών και υπηρεσιών και την εξασφάλιση κρίσιμων γραμμών παραγωγής», με ό,τι σημαίνει αυτό και για τους εργαζόμενους.
-- Την «ενίσχυση της συνεργασίας με εξωτερικούς εταίρους», με «στρατηγικούς εταίρους, όπως το ΝΑΤΟ, για τη στρατιωτική κινητικότητα, το κλίμα και την ασφάλεια, τις αναδυόμενες τεχνολογίες, τον κυβερνοχώρο, το Διάστημα και την αμυντική βιομηχανία».
Χαρακτηριστικές εξάλλου για τις πραγματικές προτεραιότητες και τα κριτήρια πίσω από τις «σάλτσες» περί «προστασίας» του πληθυσμού είναι και οι δηλώσεις της προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, περί «ανάγκης κατάλληλων εργαλείων (...) για την ταχεία αντίδραση σε περίπτωση καταστροφής».
Προκλητικά ανέφερε ότι «οι οικογένειες που ζουν σε ζώνες πλημμύρας πρέπει να γνωρίζουν τι να κάνουν όταν ανεβαίνουν τα νερά» και ότι «τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης μπορούν να αποτρέψουν περιοχές που πλήττονται από πυρκαγιές από το να χάσουν πολύτιμο χρόνο»...
Την ίδια ώρα δηλαδή που «θάβονται» όλα τα αναγκαία αντιπλημμυρικά και αντιπυρικά έργα στη λογική «κόστους - οφέλους» και ακόμα περισσότερο στο πλαίσιο της πολεμικής οικονομίας, η ΕΕ προβάλλει ως «προστασία των πολιτών» την «ατομική ευθύνη» και το «τρεχάτε ποδαράκια μου», με συστήματα τύπου «112»...
Εξίσου προκλητικό είναι και το γεγονός ότι προβάλλεται ως θετική πείρα αντιμετώπισης κινδύνων ...η διαχείριση της πανδημίας COVID, με τον τρελό «χορό» των δισ. ευρώ για τα μονοπώλια του Φαρμάκου και της Υγείας και τις τεράστιες κρατικές επιδοτήσεις για τους επιχειρηματικούς ομίλους, την ίδια ώρα που οι λαοί πλήρωναν με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς τα εμπορευματοποιημένα συστήματα Υγείας και την απουσία ουσιαστικών μέτρων ασφαλείας...