Προβληματισμούς για τις επιλογές των έργων εκφράζει η Πανελλήνια Ενωση Φιλολόγων
Φανφαρόνικους πανηγυρισμούς για την εφαρμογή με τα ηχητικά λογοτεχνικά βιβλία έκανε χθες το υπουργείο Παιδείας, για την οποία η υπουργός Σοφία Ζαχαράκη κόμπαζε ότι είχε πάνω από 37.000 downloads. Ενας αριθμός βέβαια που δεν λέει και πολλά όταν ο μαθητικός πληθυσμός ξεπερνάει το εκατομμύριο, πόσο μάλλον που η εφαρμογή είναι ανοιχτή στον καθέναν και που η υπουργός λέει ότι «βρήκε θερμή υποδοχή από την ομογένεια»...
Κατά τ' άλλα η υπουργός είπε ότι «τα λογοτεχνικά βιβλία θα παραληφθούν από μαθήτριες και μαθητές Δημοτικού για μελέτη», χωρίς να λέει κουβέντα για τους μαθητές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που στις 30-40 μέρες μάθημα που τους απομένουν, μάλλον δεν θα πιάσουν στα χέρια τους τα έντυπα λογοτεχνικά βιβλία.
Με αφορμή την έναρξη του πολυδιαφημισμένου μέτρου της διδασκαλίας ολόκληρων λογοτεχνικών βιβλίων (που προς το παρόν βέβαια δεν είναι διδασκαλία, αλλά μια ανοιχτή πλατφόρμα με audiobooks), προβληματισμούς εκφράζει η Πανελλήνια Ενωση Φιλολόγων (ΠΕΦ) αναφορικά με τα βιβλία που επιλέχθηκαν για τους μαθητές.
Η ΠΕΦ σε αναλυτική ανακοίνωσή της κάνει κριτική συνολικά στα αναλυτικά προγράμματα και στο πώς διδάσκεται η λογοτεχνία στα σχολεία, και τονίζει ότι «ο τρόπος με τον οποίο εντάχθηκε η διδασκαλία πλήρους λογοτεχνικού έργου στο μάθημα της Λογοτεχνίας δεν επιτρέπει την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας, ούτε εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις για μια ουσιαστική αγωγή της ανάγνωσης».
«Αν και τα προτεινόμενα έργα είναι αδιαμφισβήτητα υψηλής λογοτεχνικής αξίας, δεν έχουν καμία σχέση ούτε μεταξύ τους (θεματική, ειδολογική, ιστορική), αλλά ούτε με τα ανθολογούμενα στα σχολικά εγχειρίδια κείμενα», σχολιάζει η ΠΕΦ και φέρνει τα παραδείγματα των έργων «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γ. Βιζυηνού και «1984» του Τζ. Οργουελ, που δεν έχουν σχέση μεταξύ τους, ούτε με το Ανθολόγιο της Γ' Λυκείου, και αντίστοιχα «Τα ρόδινα ακρογιάλια» του Αλ. Παπαδιαμάντη και τον «Ιούλιο Καίσαρα» του Ου. Σαίξπηρ στην Α' Λυκείου, που η δυνατότητα «συνομιλίας» μεταξύ τους ή με άλλα κείμενα του σχολικού εγχειριδίου είναι μάλλον ανύπαρκτη.
«Αντίθετα» - συνεχίζει η ΠΕΦ - «αν διδάξουμε τη "Φόνισσα" και το "Εγκλημα και Τιμωρία" του Φ. Ντοστογιέφσκι, οι μαθητές μας δεν γνωρίζουν μόνο δύο αριστουργήματα της ελληνικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλλά έχουν τη δυνατότητα να διερευνήσουν τα αίτια που οδηγούν τους δύο ήρωες στον φόνο (εύστοχα η Φραγκογιαννού έχει χαρακτηριστεί η λογοτεχνική απόγονος του Ρασκόλνικοφ), τις κοινωνικές συνθήκες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά τους, τη σχέση του Παπαδιαμάντη με τον Ντοστογιέφσκι κ.λπ.
Εν κατακλείδι, διαπιστώνουμε ότι ο αποσπασματικός χαρακτήρας που χαρακτηρίζει την επιλογή των προτεινόμενων λογοτεχνικών έργων καταργεί την ιστορική, θεματική ή ειδολογική συνεκτικότητα η οποία είναι αναγκαία για την εξασφάλιση μιας ουσιαστικής και δημιουργικής αγωγής της ανάγνωσης».
Κλείνοντας, η ΠΕΦ ασκεί κριτική στις προτεινόμενες μεθόδους και τεχνικές διδακτικής προσέγγισης των κειμένων και επισημαίνει ότι «αποϊστορικοποιούν το κείμενο, αποδομούν το ιδεολογικό του περιεχόμενο, υποσκάπτουν τα θεμέλια της κειμενικής ανάγνωσης και μεταβάλλουν την ερμηνευτική διαδικασία σε ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες. Στις συγκεκριμένες επιλογές και πρακτικές είμαστε αντίθετοι, γιατί πιστεύουμε ότι υπονομεύουν τη θεμελιώδη λειτουργία της λογοτεχνικής παιδείας, τη διαμόρφωση δηλαδή της ανθρώπινης σκέψης και συνείδησης».