Τετάρτη 12 Ιούλη 2000
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 22
ΠΑΙΔΕΙΑ
Παιδεία τριών ταχυτήτων και δύο επιπέδων

Οι νέες κατευθύνσεις της ΕΕ για την παιδεία

και το νέο νομοσχέδιο για τα μεταπτυχιακά και την έρευνα

Αν ξεπεράσουμε τις συνήθεις φραστικές μεγαλοστομίες που συνοδεύουν τα κείμενα της ΕΕ (όπως «για έναν ευρωπαϊκό χώρο στον τομέα της έρευνας», «διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής προσέγγισης...», «ανάπτυξη μιας κοινής αντιμετώπισης των θεμάτων ηθικής της επιστήμης και της τεχνολογίας»!!! κ.ά.) τότε θα δούμε ότι δεν υπάρχει τίποτα το καινούριο, αλλά μια έντονη και ταχύτερη συνέχιση της ίδιας πολιτικής, η οποία συνίσταται στα εξής:

α. ιδιωτικοποίηση της οικονομίας και κατά συνέπεια και της παιδείας σε όλα τα επίπεδά της, και κυρίως στα ανώτερα και ανώτατα.

β. άμεση εξάρτηση της έρευνας από το ιδιωτικό κεφάλαιο τόσο στη χρηματοδότησή του, όσο και στη χρήση της έρευνας από αυτό.

γ. παιδεία και έρευνα πολλών ταχυτήτων, όπως εξυπηρετεί το μεγάλο κεφάλαιο.

Κατ' αρχήν θα πρέπει να διευκρινίσουμε (επειδή πολλές φορές ακούγεται το αντίθετο) ότι πρέπει να θυμηθούμε τη μαρξιστική ρήση ότι «το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα». Ετσι, διάφοροι θρήνοι και κοπετοί του στιλ ότι η «ΕΕ καταστρέφει την εθνική μας οικονομία» ή θριαμβευτικές κραυγές του στιλ ότι η «ΕΕ αντιστέκεται ως αντίπαλον δέος στο αμερικανικό κεφάλαιο», είναι μάλλον βλακώδεις και τουλάχιστον αντιμαρξιστικοί. Το κεφάλαιο είναι κεφάλαιο και δε διαφέρει σε τίποτα ο Λάτσης από τη Γιουνιλέβερ, ή αν τις σοκολάτες Παυλίδη τις πήρε η Σούκχαρτ ή τα παγωτά Δέλτα κάποια βελγική εταιρία που δε θυμάμαι το όνομά της (και ούτε και με νοιάζει στο κάτω -κάτω), εκτός από το ότι το κεφάλαιο ισχυροποιείται μέσα από τη συγκεντροποίησή του.

Θα πρέπει, βέβαια, να μην ξεχνάμε ότι στην τυπική τάση του καπιταλισμού να συγκεντρώνει και να συγκεντροποιεί το κεφάλαιο, είναι επόμενο μεγάλες επιχειρήσεις να εξαγοράζουν τις μικρότερες, και φυσικά παλιές και ισχυρές μονάδες με έδρα την Ελβετία, τη Γερμανία, τη Γαλλία κ.α. να απορροφούν μικρότερες όπως αυτές που είναι «ελληνικής» ιδιοκτησίας, και μετά μαζί να εξορμούν σε χώρες κατώτερων οικονομικών επιπέδων, όπως της Αφρικής και της Ασίας ή της Ανατολικής Ευρώπης και της πρώην Σοβιετικής Ενωσης. Προφανώς μέσα στο διεθνή ανταγωνισμό του κεφαλαίου, ο εμπορικός ακόλουθος της Γερμανικής Πρεσβείας μπορεί να μπλοκάρει επενδύσεις στη Νοτιοανατολική Ευρώπη «ελληνογαλλικών» ή «ελληνοβελγικών» συμφερόντων σε όφελος μεγάλων «γερμανικών», αλλά αυτό δεν έχει τελικά καμιά σημασία. Και φυσικά η συγκεντροποίηση έχει ως άμεσα θύματά της τους εργαζόμενους - το τελευταίο νέο, η συγχώνευση των βρετανικών αερογραμμών με τις ολλανδικές θα στοιχίσει σε απώλεια πάνω από 20.000 θέσεων εργασίας.

Αναφέρθηκαν τα παραπάνω, για να μην αρχίσουμε τους θρήνους ότι δεν έχουμε «εθνική» πολιτική στην παιδεία και την έρευνα κ.ά. ηχηρά παρόμοια, που ακούγονται συχνά τελευταία, και εδώ θα πρέπει πια να δούμε τι σημαίνει η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση στην παιδεία και την έρευνα. Θα πρέπει να είναι σαφές ότι υπάρχει έρευνα (και κατά συνέπεια και παιδεία) πολλών ταχυτήτων. Υπάρχει η έρευνα που κάνει η «Μονσάντο» και η «Αγκροϊνβέστ» στα μεταλλαγμένα, η έρευνα που κάνει η ΝΑΣΑ, η «Τζένεραλ Μότορς», η «Μπόινγκ» και άλλοι πολεμικοί κατά βάση βιομηχανικοί κολοσσοί, η «Ντυπόν Νεμούρ», η «Μπάγιερ», ο «Κρουπ» και άλλες παρόμοιες εταιρίες, μέλη της γνωστής «Λέσχης Μπίλντενμπεργκ», της «Τριλατεράλ», των «45», που ελέγχουν την «G7» κλπ., και αυτή η έρευνα είναι του πρώτου επιπέδου. Τέτοια έρευνα γίνεται κατ' αρχήν στα δικά τους εργαστήρια με δικούς τους ανθρώπους, αλλά μπορεί να γίνεται και σε επιλεγμένα πανεπιστήμια κάτω από αυστηρούς και απόλυτα από αυτές ελεγχόμενους όρους ασφαλείας, εκμεταλλευόμενες έτσι τόσο το ανθρώπινο δυναμικό όσο και τις πολυέξοδες εργαστηριακές εγκαταστάσεις και υποδομές.

Καμιά εταιρία δεν έχει τη διάθεση, για παράδειγμα, να συντηρεί ένα ερευνητικό κέντρο του επιπέδου του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ, έτσι οι εταιρίες χρηματοδοτούν με κάποιες δωρεές το συγκεκριμένο Ινστιτούτο, και απολαμβάνουν τα αποτελέσματα, καθεμιά στον τομέα της, βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα.

Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι όταν λέμε πως τα μονοπώλια ελέγχουν την έρευνα, κυριολεκτούμε. Είναι ξεχασμένο πια το παράδειγμα του Ριμιφόν, του φαρμάκου που εξάλειψε τη φυματίωση, το οποίο μπήκε σε χρήση με καθυστέρηση 3 ή 4 χρόνια, για να μη θιγούν τα συμφέροντα των εταιριών που είχαν επενδύσεις σε σανατόρια. Αλλά και σήμερα στους επιστημονικούς κύκλους συζητείται ευρύτατα η καθυστέρηση των ερευνών για την παραγωγή «καθαρής» πυρηνικής ενέργειας με σύντηξη και όχι σχάση, και είναι γνωστό ότι αυτή η έρευνα γίνεται σε εργαστήρια που ελέγχονται από τις «επτά αδελφές», απλά περιμένουν πρώτα να ελαττωθούν σε συγκεκριμένα όρια τα κοιτάσματα πετρελαίου, αδιαφορώντας φυσικά για την καταστροφή περιβάλλοντος, το φαινόμενο θερμοκηπίου, την τρύπα του όζοντος κ.α. συνέπειες της καύσης υδρογονανθράκων.

Κανείς δεν αποκλείει και πανεπιστήμια μικρών χωρών σε συγκεκριμένους τομείς να αναλαμβάνουν μικρά αποσπασματικά τμήματα τέτοιων ερευνών για λογαριασμό των παραπάνω κολοσσών, κάτω από ειδικούς ελέγχους «ασφαλείας» για λόγους βιομηχανικής κατασκοπίας. Αλλά πολλές φορές δίνουν τη δυνατότητα σε τέτοια πανεπιστήμια να εκπονούν προωθημένες έρευνες (ή που φαίνονται προωθημένες), όταν έχουν κέρδος από τη διάχυση του τελικού προϊόντος στην κοινή γνώμη, όπως π.χ. με τα μεταλλαγμένα και τη βιοτεχνολογία γενικότερα, με την ελπίδα ότι θα γίνει αποδεκτό το τελικό προϊόν, από την Ελλάδα για παράδειγμα μια και είναι προϊόν «ελληνικής» έρευνας. Είναι γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο Κρήτης, για παράδειγμα, έχει μεγάλο όνομα στη βιοτεχνολογία και φυσικά γίνεται και απολογητής και πλασιέ των μεταλλαγμένων.

Για να μην έχουμε, λοιπόν, αυταπάτες, η περίφημη «ελληνική έρευνα», που διεξάγεται σήμερα στους πανεπιστημιακούς χώρους είναι δεύτερης και τρίτης κατηγορίας, σε πεδία που δίνουν το πράσινο φως οι βιομηχανικοί κολοσσοί, όταν και όπως τους βολεύει. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα για το πώς το «ελληνικό» κράτος στηρίζει τη βασική έρευνα: χαρακτηριστικό είναι το θέμα της κεραίας μικροκυμάτων από ύλη υπεραγωγού, όπου η ΓΓΕΤ καθυστέρησε να εγκρίνει και να χρηματοδοτήσει το σχετικό πρόγραμμα στο Πολυτεχνείο, και όταν η έρευνα ολοκληρώθηκε, καμιά εταιρία δεν ενδιαφέρθηκε, γιατί ήδη την έβρισκε στην αγορά των ΗΠΑ στη μισή τιμή!

Οι διαφορετικές ταχύτητες της Παιδείας και της Ερευνας

Σε επιταγή των παραπάνω, υπάρχει και το νέο Νομοσχέδιο (τρίτο ή τέταρτο κατά σειρά μετά το 1982) για τα Μεταπτυχιακά και την Ερευνα. Ολη η φιλοσοφία του αποκαλύπτεται στην πρώτη κιόλας φράση της εισηγητικής του έκθεσης: «Οι μεταπτυχιακές σπουδές δεν είναι δυνατόν να ακολουθήσουν τις τάσεις μαζικοποίησης και ανοιχτής πρόσβασης που χαρακτηρίζουν πλέον διεθνώς τις προπτυχιακές σπουδές».

Ετσι, φυσικά σε συνδυασμό και με τα προπτυχιακά, θεσπίζονται τρεις κύκλοι σπουδών: προπτυχιακά τριών ή τεσσάρων ετών, που δίνουν μαζικά διπλώματα μη εξειδικευμένων επιστημόνων και τεχνικών, χαμηλού επιπέδου, και εν γένει σχεδόν άχρηστα για την παραγωγή, ή χρήσιμα μόνο για τα χαμηλά επίπεδά της.

Μεταπτυχιακά εξειδίκευσης ενός έως δύο ετών, που θα επιτρέπουν στους κατόχους των διπλωμάτων τους να αναζητήσουν στην αγορά εργασίας τη θέση εκείνη που έχουν ως τώρα διπλωματούχοι μηχανικοί κλπ. Μεταπτυχιακά που οδηγούν σε διδακτορικό, διάρκειας σπουδών τριών έως πέντε ετών, τα οποία και είναι τα ουσιαστικά μεταπτυχιακά.

Η υποβάθμιση των σημερινών προπτυχιακών πτυχίων, που επιχειρείται παράλληλα με την ενοποίηση προς τα κάτω ΤΕΙ-ΑΕΙ, παράγει μια μάζα αποφοίτων χωρίς ουσιαστική μόρφωση. Ετσι, για να σταθεί κανείς στην αγορά πρέπει να συνεχίσει με περιορισμένο όμως αριθμό στα μεταπτυχιακά εξειδίκευσης, και εκεί λήγει η δωρεάν παιδεία, με δίδακτρα που σιγά - σιγά γενικεύονται. Παράλληλα, και οι καθηγητές, στρέφονται στις μεταπτυχιακά άνετες σπουδές με λιγότερους φοιτητές, ανώτερο επίπεδο διδασκαλίας κ.α. παραμελώντας τις προπτυχιακές σπουδές, τις οποίες φορτώνουν στους μεταπτυχιακούς φοιτητές τους, και έχουν καταγγελθεί ότι αυτοί ασκούν όχι πια μόνο «επικουρικό διδακτικό έργο». Εχει επίσης διαπιστωθεί ότι το επίπεδο και το περιεχόμενο των μεταπτυχιακών σε όλο και περισσότερες περιπτώσεις είναι μια καλύτερη επανάληψη των προπτυχιακών, ή αν θέλετε αυτό που διδάσκονταν ως προπτυχιακά πριν μερικά χρόνια.

Τέλος, κάποιοι, ακόμη λιγότεροι, συνεχίζουν την εκπόνηση διδακτορικού, χωρίς φυσικά και αυτό να τους εξασφαλίζει μια θέση στην αγορά εργασίας.

Εχομε πολλές φορές καταγγείλει την οικονομική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία εφαρμόζει τη γραμμή της ΕΕ, που προγραμματίζει την Ελλάδα ως χώρα κυρίως υπηρεσιών στα πλαίσια των αναδιαρθρώσεων που της επιβάλλει η συμμετοχή της στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Ετσι ξεριζώνονται οι ελιές (για να μην ανταγωνιζόμαστε την Ισπανία), τα αμπέλια, τα πορτοκάλια και τα ροδάκινα (για να μη θιγεί η Γαλλία και η Ιταλία), συρρικνώνεται η βιομηχανία, γιατί βρέθηκε φτηνό εργατικό δυναμικό στην Αφρική, την Ασία και την πρώην σοσιαλιστική Ευρώπη και ταυτόχρονα η Ελλάδα μετατρέπεται σε υποπρακτορείο διεύθυνσης, διοίκησης και διείσδυσης κεφαλαίων στις παραπάνω χώρες. Δεν είναι χωρίς νόημα ο σχετικός παραλληλισμός της εποχής του '50 όπου ο Κυριάκος Βαρβαρέσος «συμβούλευε» την ελληνική κυβέρνηση να στραφεί στην οικοδομή, τη ναυτιλία και το εμπόριο και όχι στη βιομηχανία, όπως τώρα ο κ. Σπράος συμβουλεύει τον κ. πρωθυπουργό να ξεπουληθεί η δημόσια γη, να κατεδαφιστεί η γεωργία, η κοινωνική ασφάλιση και να ιδιωτικοποιηθεί ό,τι απομείνει. Τόσο ο Ακαδημαϊκός Κυριάκος Βαρβαρέσος, όσο και ο Καθηγητής κ. Γιάννης Σπράος (από τίτλους καλά πάμε!), είναι στελέχη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Διεθνούς Τραπέζης κι εκφράζουν με καθαρό τρόπο τα συμφέροντα του μονοπωλιακού κεφαλαίου -τα ίδια συμφέροντα που οι ελληνικές κυβερνήσεις, Πλαστήρα, Παπάγου, Ανδρέα, Μητσοτάκη και Σημίτη, έχουν δεσμευτεί να υπηρετήσουν (βλ. ΟΝΕ). Και τώρα βλέπομε τη γραμμή αυτή και στην Παιδεία και την Ερευνα.


Γεώργιος Μ. ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΗΣ
Καθηγητής πολεοδομίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου


Κορυφή σελίδας
Ευρωεκλογές Ιούνη 2024
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ