Σε αυτό συμμετείχαν εκπρόσωποι επιχειρηματικών ομίλων, της κυβέρνησης, της Περιφερειακής και Τοπικής Διοίκησης, αστικών κομμάτων, ακαδημαϊκοί. Στο επίκεντρο του «διαλόγου» που πραγματοποιήθηκε αυτές τις δύο μέρες, βρέθηκε η ανάγκη εύρεσης «βιώσιμων» λύσεων και προτάσεων για την ανάπτυξη της «πονεμένης αλλά πολύ δυνατής», όπως ειπώθηκε, Θεσσαλίας.
Τέτοιοι «διάλογοι» μεταξύ των καπιταλιστών και των εκπροσώπων τους έχουν πληθύνει το τελευταίο διάστημα στη Θεσσαλία, και όχι μόνο, σε μία περίοδο με έντονες ανησυχίες για την αστική τάξη. Με το ενδεχόμενο εκδήλωσης καπιταλιστικής κρίσης, με τα ευρωπαϊκά - και τα ελληνικά μέσα σε αυτά - μονοπώλια να σπεύδουν να προσαρμόσουν την παραγωγική τους διαδικασία σε πολεμικές συνθήκες, να καταθέσουν νέα επιχειρηματικά πρότζεκτ και να σφάζονται μεταξύ τους για μεγαλύτερο μερτικό στις χρηματοδοτήσεις που αφορούν την πολεμική οικονομία.
Σε αυτό το φόντο, την ανάγκη η Θεσσαλία «να πρωταγωνιστήσει στη νέα εποχή ανάπτυξης, χαράζοντας στρατηγική που θα ενισχύει περισσότερο την επιχειρηματικότητα και την ανταγωνιστικότητα της περιοχής, που διαθέτει όλα τα εχέγγυα για αυτό, λόγω και της στρατηγικής της γεωγραφικής θέσης» ξεκαθάρισε από την έναρξη του συνεδρίου ο Αθ. Συριανός, πρόεδρος του ΔΣ ΣΒΘΣΕ και της «ΕΖΑ ΑΕ», αποδεικνύοντας τον σκοπό αυτού του Φόρουμ, δηλαδή το γεγονός ότι η «ανάπτυξη» για την οποία μιλάνε αφορά την αύξηση της κερδοφορίας των μεγάλων βιομηχανιών και των επιχειρηματικών ομίλων, τις συνέπειες της οποίας βιώνουν με τραγικό τρόπο οι εργαζόμενοι και ο λαός της περιοχής.
Ανάλογα, ο Αν. Λάππας, πρόεδρος του ΔΣ της Συνεταιριστικής Τράπεζας Θεσσαλίας, μίλησε για «αναγκαίες επενδύσεις στο λιμάνι του Βόλου, η ιδιωτικοποίηση του οποίου πρέπει να το μετατρέψει σε εισαγωγέα - εξαγωγέα των προϊόντων της Θεσσαλίας», όπως και για την «αναγκαία σύνδεση του λιμανιού του Βόλου με το κεντρικό σιδηροδρομικό δίκτυο και με ηλεκτροδότηση» αλλά και «στη σύνδεση του σιδηροδρόμου με τις βιομηχανικές περιοχές Λάρισας και Βόλου και δημιουργία εμπορευματικών κέντρων σιδηροδρόμου σε αυτές τις βιομηχανικές περιοχές».
Ο ίδιος ομιλητής δεν παρέλειψε να αναφερθεί στην «εκμετάλλευση νέων ευκαιριών που ανοίγονται στην αμυντική βιομηχανία της Θεσσαλίας», η οποία, όπως είπε, «πρέπει να ενισχυθεί, να δοθεί νέα ώθηση στην ανάπτυξη του αμυντικού υλικού στα πλαίσια του νέου αμυντικού δόγματος που δημιουργείται αυτό το διάστημα στον ευρωπαϊκό χώρο».
Αυτό το σκεπτικό, ανάμεσα σε άλλα που αφορούσαν «το νέο παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης στη Θεσσαλία», ανέπτυξε και ο Σπ. Θεοδωρόπουλος, πρόεδρος του ΣΕΒ, κάνοντας αναφορά σε σύσκεψη του ΣΕΒ με εταιρείες αμυντικής βιομηχανίας στη χώρα, από όπου και αναδείχθηκε «το παράδειγμα προς μίμηση» της ΜΕΤΚΑ, κατασκευαστικής εταιρείας του Βόλου, του Ευ. Μυτιληναίου, σύμφωνα με το οποίο η κατασκευή των γερμανικών αρμάτων μάχης «Leopard» από τη συγκεκριμένη εταιρεία «αξιοποιώντας νέα τεχνογνωσία στην παραγωγή τους, είχε ως αποτέλεσμα όχι απλά να παίρνουμε το 30% της αξίας της σύμβασης, αλλά η ΜΕΤΚΑ να έχει παραγγελίες για πολλούς στρατούς όλου του κόσμου». Αποδεικνύοντας, έτσι, την προσαρμογή της καπιταλιστικής οικονομίας σε πολεμικές συνθήκες, αλλά και το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην πολεμική βιομηχανία «τρίβουν τα χέρια τους» για τα τεράστια εξοπλιστικά προγράμματα και τη δυνατότητα εκτίναξης της κερδοφορίας τους με κρατική στήριξη, την ίδια ώρα που οι λαοί σέρνονται στα πολεμικά σφαγεία.
Ολα αυτά τα ζητήματα συνδέονται επίσης με τον στόχο να ανταποκριθεί η περιοχή με τις υποδομές της στον αναβαθμισμένο ρόλο που έχει στους ΝΑΤΟικούς σχεδιασμούς, αφού στη Λάρισα και στον Βόλο «φιλοξενούνται» αμερικανοΝΑΤΟικές βάσεις, όπως και άλλες στρατιωτικές υποδομές, εγκυμονώντας μεγάλους κινδύνους για τον λαό της περιοχής.
«Να κάνουμε, στην Ευρώπη, αυτά που αναφέρονται στις εκθέσεις Ντράγκι, Λέτα και Νιινίστο», είπε από το βήμα του συνεδρίου ο Γ. Μανιάτης, ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ και αντιπρόεδρος της Ομάδας των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μιλώντας για την ανάγκη «στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ σε όλα τα επίπεδα» σε συνθήκες που «πολλά από όσα, μέχρι τώρα, γνωρίζαμε ρηγματώνονται». Για να καταλήξει πως «η άμυνα αλλά και η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων θα κρίνουν αν τα επόμενα 5 χρόνια θα υπάρχει ΕΕ. Χωρίς ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς μας αλλά και χωρίς ομπρέλα αμυντική ευρωπαϊκού χαρακτήρα που θα λειτουργεί παράλληλα, ταυτόχρονα αλλά και αυτοδύναμα σε σχέση με το ΝΑΤΟ δεν θα υπάρχει μέλλον». Γι' αυτό τόνισε την ανάγκη «η ΕΕ να ενισχύσει την αμυντική της βάση και να ενισχυθούν και οι ελληνικές επιχειρήσεις με ποσοστά από τα προγράμματα αμυντικού εξοπλισμού».
Αντίστοιχα, σε ρόλο «συμπολιτευόμενης» αντιπολίτευσης ο βουλευτής Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ, Βασίλης Κόκκαλης, έσπευσε να επισημάνει την ανάγκη για «πιο δίκαιη κατανομή των πόρων, από κάθε χρηματοδοτικό εργαλείο, στην πλειοψηφία των επιχειρήσεων για μεγαλύτερη ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα της περιοχής».
Δηλώσεις που αποκαλύπτουν τον «βρώμικο» ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας και των κομμάτων της ως σημαιοφόρων των σχεδίων της ΕΕ που συμφωνούν σε όλα τα κεντρικά ζητήματα, στις κατευθύνσεις και στο πλαίσιο της ΕΕ. Στο πλαίσιο της δημοσιονομικής πειθαρχίας, των ματωμένων πλεονασμάτων, της «πράσινης μετάβασης», του πολέμου των ιμπεριαλιστών, αφού αυτό είναι στρατηγική επιλογή και ανάγκη του κεφαλαίου.
Το γεγονός ότι οι καταστροφές, σαν αυτή που βίωσε εγκληματικά ο λαός της Θεσσαλίας με τον «Daniel», αντιμετωπίζονται ως «ευκαιρία» για νέα επενδυτικά, κερδοφόρα πεδία για τους καπιταλιστές, επιβεβαιώθηκε από διάφορες ομιλίες. «Η αποκατάσταση και ανασυγκρότηση των υποδομών από τις καταστροφές του "Daniel" δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη ανάπτυξη», είπε χαρακτηριστικά η Ελ. Κολιοπούλου, αντιπρόεδρος του ΣΒΘΣΕ. Ενώ ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Κ. Τσιάρας, εξήγησε ότι «παρά το γεγονός ότι η "κλιματική" αλλαγή δημιούργησε μία ανασφάλεια για την αναπτυξιακή πορεία της περιφέρειας, έριξε τα φώτα του ενδιαφέροντος στην περιοχή μας με στόχο να οργανωθεί ο σχεδιασμός για την ανάταξή της». Μία «ανάταξη» που δρομολογείται με κριτήριο τη στήριξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας και όχι τις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων και των αγροτοκτηνοτρόφων, των οποίων οι πληγές από τις καταστροφικές πλημμύρες δεν έχουν αποκατασταθεί, εδώ και 17 μήνες!
Συνεχίζοντας στάθηκε στην «προσφορά της κυβέρνησης σε αυτό το αστικό σχέδιο ανασυγκρότησης της περιοχής», δίνοντας τα διαπιστευτήριά του στους βιομηχάνους, κάνοντας λόγο για «τα πολλά χρηματοδοτικά εργαλεία και προγράμματα που αξιοποιούνται», δηλαδή για... το κρατικό χρήμα που δίνει ο λαός και από το οποίο δεν περισσεύει «δεκάρα τσακιστή» για τις ανάγκες των βιοπαλαιστών αγροτών και κτηνοτρόφων, αφού κατευθύνεται στις επενδύσεις που γίνονται στο πλαίσιο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης και της ΚΑΠ, της στρατηγικής κατεύθυνσης του κεφαλαίου για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση παραγωγής, γης, εμπορίας και μεταποίησης με τη διαμόρφωση βιώσιμων καπιταλιστικών αγροτικών εκμεταλλεύσεων.
Η διαδικασία συγκέντρωσης, ώστε να μπορούν να ενσωματώνονται στην παραγωγή εκσυγχρονισμοί και καινοτομίες που αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας και ενισχύουν την παραγωγή ανταγωνιστικών, «εξωστρεφών», πιστοποιημένων προϊόντων, που δίνουν τη δυνατότητα διεύρυνσης της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων στο πλαίσιο του διαρκώς οξυνόμενου διεθνοποιημένου καπιταλιστικού ανταγωνισμού, αντί να καλύπτουν τις λαϊκές ανάγκες, αποτέλεσε εξάλλου ένα ζήτημα που απασχόλησε, επίσης, αρκετούς από τους ομιλητές του συνεδρίου, ιδιαίτερα «η ανάγκη αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών για την αύξηση των επενδύσεων και των κερδών στον αγροτοκτηνοτροφικό τομέα».
Στην «πρόκληση» το Πανεπιστήμιο της περιοχής και η ακαδημαϊκή Ερευνα να αντιστοιχηθούν με τις προτεραιότητες των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε αυτή στάθηκε ο Δ. Κουρέτας, περιφερειάρχης Θεσσαλίας, αναπτύσσοντας πλευρές από τις παρεμβάσεις της Περιφέρειας για αυτόν τον σκοπό.
«Δεν υπάρχει ένας κόμβος που να ενημερώνει τι υπηρεσίες πουλάει το πανεπιστήμιο στην κοινωνία και στους επιχειρηματίες. Αυτό χρειάζεται να γίνει και για αυτό κάνουμε προσπάθεια ως περιφερειακή αρχή, με νέο έργο που θα "τρέξει" να καταγράψουμε τις ανάγκες του Θεσσαλού επιχειρηματία, για να ενισχυθεί και ο μικρός, ανερχόμενος επιχειρηματίας πέρα από τον μεγάλο», είπε.
Ενώ σε άλλο σημείο επισημάνθηκε η ανάγκη «να εμφυσήσουμε την επιχειρηματικότητα στους νέους φοιτητές, για να προσφέρουν σε αυτήν, αύριο, παραμένοντας στη χώρα».